Posted by Under The Black Flag
Αιγαίο,
ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΚΡΑΝΤΟΝΕΛΛΗ,
Μεσόγειος,
Πειρατεία,
Πειρατές,
Πύλη,
hellas
4:52 π.μ.
Πολλά έχουν γραφτεί για την άσκηση της πειρατείας στην κεντρική και δυτική Μεσόγειο και την οργάνωση του δουλεμπορίου στη βόρεια Αφρική. Ελάχιστα όμως γνωρίζαμε για την πειρατεία στις ελληνικές θάλασσες μετά την εμφάνιση των Οθωμανών Τούρκων στο Αιγαίο πέλαγος το 1390. Από τότε δηλαδή τοποθετείται ουσιαστικά η αρχή της οθωμανικής κυριαρχίας και η προσπάθεια επικράτησης στα ελληνικά πελάγη με τη χρησιμοποίηση μουσουλμάνων πειρατών.
Η πειρατεία ήταν προηγουμένως ενοχλητική και επικίνδυνη, αλλά ποτέ δεν είχε τη μορφή και την έκταση πληγής που είχε τους 15ο και 16ο αιώνες.
Γιατί τότε η Οθωμανική Αυτοκρατορία υπέθαλψε και χρησιμοποίησε άμεσα και έμμεσα τους Τούρκους πειρατές για την αύξηση της σφαίρας επιρροής της στο
θαλάσσιο χώρο της Μεσογείου.
Άμεσα, γιατί υποχρεωτικά επάνδρωνε τα καράβια του στόλου της με το δυναμικό των Τούρκων πειρατών της Μικράς Ασίας· έμμεσα, γιατί υποθάλποντας τη δράση των μουσουλμάνων πειρατών καταπονούσε τη δύναμη των χριστιανών αντιπάλων της και έκανε ζωντανή την παρουσία της σε όλη τη
Μεσόγειο.
Οι πιο γνωστοί πειρατές ήταν ο Κεμάλ ρέις, ο Καρακασάν, ο αδελφός του Καραδορμής, οι Κούρτογλου και άλλοι.
Η στάση της Πύλης απέναντι στην πειρατεία μπορεί σε πρώτη ματιά να φανεί αντιφατική ή πάντως όχι ξεκαθαρισμένη.
Όμως στην πραγματικότητα ήταν μία και ενιαία: η Πύλη καταδίωκε τους Τούρκους πειρατές, μικρούς ή μεγάλους, όταν η δράση τους ήταν υπερβολικά ανεξάρτητη και ασκούσαν πειρατεία μόνον για το προσωπικό τους όφελος, όταν ενεργούσαν σαν επαναστάτες στην ηγεμονία της.
Αντίθετα, τους υποστήριζε και τους προστάτευε όταν δέχονταν να ενταχθούν στην υπηρεσία του επίσημου οθωμανικού
στόλου.
Το 1497 ο μεγάλος πειρατής Κεμάλ Ρέις χωρίς συζήτηση δέχτηκε να ενταχθεί στη δύναμη του επίσημου οθωμανικού στόλου. Σε περίοδο ειρήνης ο σουλτάνος ακολουθούσε πολιτική ανοχής των μουσουλμάνων πειρατών γιατί η δράση τους καταπονούσε και εξασθένιζε τα αντίπαλα χριστιανικά κράτη.
Στις σχέσεις Οθωμανών πειρατών-Πύλης υπήρχε μία αλληλεξάρτηση. Γιατί οι πειρατές όσο περισσότερο ισχυροί γίνονταν και πολλαπλασίαζαν τα μεγέθη του στόλου τους τόσο μεγαλύτερη ανάγκη είχαν την Πύλη και το σουλτάνο.
Δεν μπορούσαν απαρατήρητοι να αρματώσουν την άνοιξη και να ξαρματώσουν το χειμώνα τα
σκάφη τους σε ασφαλές οθωμανικό έδαφος ούτε να τα επανδρώσουν με λεβέντες.
Είχαν ανάγκη την ανοχή και προστασία του σουλτάνου ή άλλων ισχυρών εκπροσώπων της περιφερειακής διοίκησης της αυτοκρατορίας. Παράλληλα η Πύλη και οι κατά τόπους πασάδες στηρίζονταν στις ικανότητες των λεβέντηδων.
Υπήρχε όμως και ένας άλλος παράγοντας: το κέρδος. Οι σαντζάκ μπέηδες των παράλιων περιοχών της Μικράς Ασίας αλλά και οι πασάδες στην Κωνσταντινούπολη ήταν οι κύριοι χρηματοδότες των πειρατικών
επιχειρήσεων.
Με τα κεφάλαια που διέθεταν χρηματοδοτούσαν όχι μόνο το νόμιμο εμπόριο, αλλά και την επικερδέστερη πειρατεία. Τα κέρδη τους δεν ήταν μόνον οικονομικά αλλά και πολιτικοστρατιωτικά.
Διέθεταν ιδιόκτητη ναυτική προστασία. Με αυτήν επέβαλλαν τη θέλησή τους και έκαναν εγγραφές και για το μέλλον. Βέβαια η κατασκευή και συντήρηση κωπήλατων σκαφών, κατάλληλων για άσκηση πειρατείας, και η επάνδρωσή τους με άνδρες τολμηρούς και επιδέξιους, ο στοιχειώδης εφοδιασμός αρχικά με όπλα και τρόφιμα προϋπέθεταν κεφάλαια.
Γι' αυτό ορμητήρια των Τούρκων πειρατών ήταν τα προφυλαγμένα
λιμάνια των ανατολικών και νότιων παραλίων της Μικράς Ασίας, γύρω από τη Σμύρνη και την Αττάλεια. Οι σαντζάκ μπέηδες ήταν οι χρηματοδότες τους. Εκεί συγκέντρωναν και τα προϊόντα της λείας.
Επίκεντρο των επιθέσεων ήταν πρώτα απ' όλα τα νησιά του Αρχιπελάγους. Όταν το 1416-1420 ο μοναχός Μποντελμόντι (Buondelmonti) περιηγήθηκε τα νησιά του Αιγαίου, αναφέρει ότι πολλά ήταν ακατοίκητα και στα άλλα οι κάτοικοι ζούσαν στην αθλιότητα και τον τρόμο.
Στη
Σύρα οι κάτοικοι τρέφονταν με ψωμί από χαρούπια και κρέατα τράγου. Στη
Σίφνο οι άνδρες ήταν ελάχιστοι· αντιστοιχούσε ένας άνδρας σε 16 γυναίκες. Στην
Άνδρο και τη
Νιό οι κάτοικοι διανυκτέρευαν μέσα σε πύργο ή φρούριο για το φόβο των επιδρομών.
Το 1479, 400 ξεκληρισμένες οικογένειες της
Σαντορίνης κατέφυγαν στην Κρήτη, μη μπορώντας να υποφέρουν τους σεισμούς και τις πειρατικές επιδρομές. Οι πειρατές τους 14ο-16ο αι., ακόμη και το 17ο, λεηλατούσαν όχι μόνον τα πλεούμενα αλλά και τα παράλια και νησιά ολόκληρα.
Αποβίβαζαν άνδρες και προχωρούσαν στο εσωτερικό των περιοχών σκλαβώνοντας τους κατοίκους και αρπάζοντας τα γεννήματα και τα ζώα. Ανάγκαζαν έτσι τους πληθυσμούς να εγκαταλείπουν ομαδικά τα παράλια και να δημιουργούν νέους οικισμούς σε κρυφές και απόκρημνες τοποθεσίες.
Οι ομαδικές αιχμαλωσίες των πληθυσμών δημιούργησαν στο
Αιγαίο οξύ δημογραφικό και κοινωνικό πρόβλημα. Το 1475 οι Τζουστινιάνι (Justi-niani) της Χίου αποφάσισαν τη μεταφορά όλων των κατοίκων της Σάμου και των Ψαρών στη Χίο. Εκατό χρόνια έμεινε έρημη η Σάμος. Αλλά και οι άλλοι πληθυσμοί που παρέμεναν στις αρχικά οχυρωμένες θέσεις ζούσαν με το φόβο και τη μιζέρια.
Δεν τολμούσαν να παράξουν περισσότερα αγαθά από τα αναγκαία, γιατί ήταν βέβαιοι ότι θα τα άρπαζαν οι πειρατές. Η πειρατεία εμπόδισε την εντατική
καλλιέργεια της γης και την ανάπτυξη του εμπορίου και της ναυτιλίας. Καλλιέργησε κλίμα αδράνειας και εσωστρέφειας.
Παράλληλα η συνεχής απειλή των πειρατών και η επιθυμία επιβίωσης ώθησαν τα δυναμικά στοιχεία του ελληνικού πληθυσμού στην εξωμοσία και τον εξισλαμισμό. Πολλοί Έλληνες μικροπειρατές αλλαξοπίστησαν. Το πιο κλασικό παράδειγμα ήταν των αδελφών Βαρβαρόσσα.
Οι αδελφοί Βαρβαρόσσα, Έλληνες από τη Μυτιλήνη, γιοι τσουκαλά και εγγονοί παπά, όχι μόνον αλλαξοπίστησαν αλλά και αντελήφθησαν από την αρχή το πρόβλημα της εξάρτησης από πασάδες.
Μόλις αύξησαν τη δύναμή τους σε πλοία, διέρρηξαν την εξάρτηση από τοπικούς παράγοντες, άσκησαν επικερδώς πειρατεία στην κεντρική Μεσόγειο και εγκαταστάθηκαν στην Μπαρμπαριά, όπου δημιούργησαν μία ανεξάρτητη δύναμη, όχι μόνο πειρατική αλλά και πολιτική, εκμεταλλευόμενοι την εχθρότητα των Μαυριτανών του Αλγερίου με τους Ισπανούς. Ένα κράτος που διατηρήθηκε 300 χρόνια.
Ο μεγαλύτερος ο Αρούτζ (Arudj), ο επιλεγόμενος Βαρβαρόσσας, γιατί αυτός είχε κόκκινα μαλλιά και γένια, εξέδωσε νομίσματα που έφεραν τη μορφή του.
Πέθανε το 1518 και τον διαδέχθηκε ο αδελφός του Χέζρ (Hezr), ο επιλεγόμενος Χαϊρεντίν. Πιο διπλωμάτης από τον αδελφό του, αναγνώρισε την επικυριαρχία του σουλτάνου, που τον διόρισε μπεηλέρμπεη του Αλγερίου.
Με τους συντρόφους του άσκησε ευρείας έκτασης πειρατεία στη δυτική
Μεσόγειο και αποκόμισε τεράστια κέρδη και φήμη.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΚΡΑΝΤΟΝΕΛΛΗ
Posted by Under The Black Flag
Αιγαίο,
Αρχιπέλαγος,
Πειρατεία,
Πειρατές
4:42 π.μ.

1. Η φύση και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πειρατείας στη θάλασσα του Αιγαίου
Η πειρατεία στο Αιγαίο αποτέλεσε συνεχές ιστορικό φαινόμενο μέσα στους αιώνες που εξετάζουμε, με μεταβαλλόμενη ένταση και διαφορετική φύση κατά περιόδους. Η αναφορά, κατά συνέπεια, στο ιστορικό φαινόμενο της πειρατείας από το 13ο αιώνα ως περίπου και τις παραμονές της Ελληνικής Επανάστασης δεν μπορεί να είναι μονοσήμαντη, αλλά πρέπει να υπολογίζονται όλες οι εκφάνσεις του φαινομένου.
Πιο συγκεκριμένα, η επαρκής ανάλυση προϋποθέτει τη διάκριση της πειρατείας από το κούρσος, δηλαδή τη με συγκεκριμένους στόχους, ελεγχόμενη από μία κρατική εξουσία, κατευθυνόμενη πειρατεία. Επίσης, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η διάκριση ανάμεσα στην πειρατεία με καθαρά κερδοσκοπικά κίνητρα από εκείνη που γινόταν μέσα στο πλαίσιο ναυτικού διακρατικού ή ιερού πολέμου. Ακόμη και σε αυτές τις περιπτώσεις, η μεταπήδηση από τη μία μορφή πειρατείας στην άλλη ήταν ιδιαίτερα συνηθισμένη, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο δύσκολη την έρευνα του φαινομένου. Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που απλοί πειρατές μετατρέπονταν σε κουρσάρους μέσα στο πλαίσιο του ιερού πολέμου και στην υπηρεσία μιας κρατικής εξουσίας, όπως συνέβη, για παράδειγμα, με το Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα. Από την άλλη πλευρά, μορφές πειρατείας που γίνονταν στο όνομα της θρησκείας και του ιερού πολέμου εκτρέπονταν πολύ συχνά σε ληστρικές επιδρομές, ανεξάρτητα από τη θρησκεία των θυμάτων, όπως συνέβαινε στην περίπτωση των Ιωαννιτών ιπποτών.
Πρέπει ακόμη να γίνεται διάκριση ανάμεσα στην πειρατεία που προερχόταν από δυνάμεις που βρίσκονταν εκτός Αιγαίου (κυρίως από ευρωπαϊκά και βορειοαφρικανικά μουσουλμανικά κράτη), και από αυτή, μικρότερης κλίμακας, που προερχόταν από τους ντόπιους νησιωτικούς πληθυσμούς. Αυτό, βέβαια, δε σημαίνει ότι οι δύο αυτές μορφές πειρατείας δεν αλληλοδιαπλέκονταν. Δεν ήταν λίγες οι φορές, ιδιαίτερα από το 17ο αιώνα και μετά, που ντόπιοι ναυτικοί υπηρετούσαν σε ευρωπαϊκούς πειρατικούς στόλους ή ακόμη λειτουργούσαν ως κουρσάροι ξένων ναυτικών δυνάμεων.
Επιπλέον διάκριση πρέπει να γίνεται και στις μορφές της πειρατείας, όσον αφορά τους στόχους της. Αν δηλαδή οι πειρατές ή κουρσάροι κούρσευαν μόνο πλοία ή λεηλατούσαν και παραθαλάσσιες περιοχές. Αν είχαν στόχο κυρίως την πώληση αιχμαλώτων ως δούλων ή αποκλειστικά εμπορεύσιμα αγαθά.
Δεν μπορούμε, τέλος, να παραβλέψουμε τις διαφορετικές οπτικές των ανθρώπων της εποχής. Σίγουρα οι απόψεις των πειρατών για τις ενέργειές τους ήταν διαφορετικές από αυτές των θυμάτων τους ή του κράτους το οποίο ζημίωναν. Αν ο Μοροζίνι για τους Βενετούς ήταν ήρωας, για τους Οθωμανούς δεν ήταν παρά ένας πειρατής, ενώ το αντίστροφο ίσχυε για τον Μπαρμπαρόσα. Ακόμη, διαφορετικές θα ήταν οι αντιλήψεις για την πειρατική δράση των κοινοτήτων που έπεφταν θύματα των πειρατών από τις αντιλήψεις των κοινοτήτων που είτε ασκούσαν πειρατεία είτε ωφελούνταν οικονομικά από αυτή.
Οι παραπάνω παράμετροι, καθώς και αρκετές άλλες, με την πολυπλοκότητα και την αλληλοεπικάλυψή τους, διαμορφώνουν το διαχρονικό φαινόμενο της πειρατείας στο Αρχιπέλαγος, με τις διάφορες εκφάνσεις του κατά περιόδους.
2. Το γεωγραφικό, πολιτικό και οικονομικό υπόβαθρο της πειρατείας στο Αιγαίο
Πέρα από τις διάφορες μορφές του φαινομένου της πειρατείας, πρέπει να αναφερθούμε και σε κάποιους συγκεκριμένους παράγοντες οι οποίοι αποτέλεσαν είτε το υπόβαθρο που ευνόησε την εκδήλωση της πειρατικής δράσης είτε τα ίδια τα αίτια που οδήγησαν σε αυτή.
Ένας πρώτος παράγοντας είναι η γεωγραφική θέση του Αιγαίου μέσα στον ευρύτερο χώρο της Μεσογείου, όπως επίσης και η ιδιαίτερη γεωμορφολογία του Αρχιπελάγους.
Πιο συγκεκριμένα, το Αιγαίο σε όλη αυτή τη χρονική περίοδο βρισκόταν πάνω στους τρεις βασικούς εμπορικούς άξονες που ένωναν τη Δύση με την Ανατολή και, κατ’ επέκταση, με τους δρόμους του μεταξιού και των μπαχαρικών. Έτσι, το Αιγαίο αποτελούσε μέρος του άξονα από τα λιμάνια της Δύσης προς την Κωνσταντινούπολη και από εκεί στη διαδρομή του μεταξιού προς την Κίνα. Επιπλέον, το νότιο Αιγαίο ήταν πάνω στον άξονα από την Ευρώπη προς τη Συρία και τους Αγίους Τόπους, όπου βρισκόταν η εναλλακτική αφετηρία του δρόμου του μεταξιού. Τέλος, το νοτιοανατολικό Αιγαίο, και συγκεκριμένα τα Δωδεκάνησα, αποτελούσαν τον κόμβο που συνέδεε την πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με το λιμάνι της Αλεξάνδρειας, σταθμό του εμπορίου των μπαχαρικών, ίσως του πιο επικερδούς εμπορίου για μεγάλες χρονικές περιόδους.
Αυτοί οι εμπορικοί άξονες, καθ’ όλη την περίοδο που εξετάζουμε, δεν έχασαν ουσιαστικά την αξία τους παρά την ανακάλυψη του Νέου Κόσμου και των εναλλακτικών διαδρομών προς τις Ινδίες, στα τέλη του 15ου αιώνα. Ήταν λοιπόν επόμενο το Αιγαίο να αποτελεί, ως μέρος της Ανατολικής Μεσογείου, πεδίο σύγκρουσης των μεγάλων ναυτικών και εμπορικών δυνάμεων. Ακριβώς αυτή η πολεμική σύγκρουση, κυρίως της οθωμανικής εξουσίας με τα δυτικά κράτη για τον έλεγχο των εμπορικών αξόνων, η οποία ήταν σχεδόν ακατάπαυστη, ευνόησε την εκδήλωση της πειρατείας με διάφορες μορφές. Αυτή η σύγκρουση όμως δε σημαίνει ότι αποκλειόταν το εμπόριο της Δύσης με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι εμπορικές συμφωνίες, γνωστές ως διομολογήσεις, που ξεκίνησαν από το 16ο αιώνα, με πρώτη αυτή με τη Γαλλία, φανέρωναν τη διάθεση των Οθωμανών για την ανάπτυξη του εμπορίου. Οι Οθωμανοί φρόντιζαν να συνάπτουν εμπορικές συμφωνίες ακόμη και με τη μεγαλύτερη αντίπαλό τους, τη Βενετία, έπειτα από κάθε πολεμική σύγκρουση μαζί της.
Και η ιδιαίτερη μορφολογία του Αιγαίου όμως, σε συνδυασμό με τους τρόπους ναυσιπλοΐας της εποχής, ευνόησε τη δράση πειρατών και κουρσάρων, ντόπιων και ξένων. Χάρη στην πληθώρα μικρών φυσικών λιμανιών και ορμίσκων, οι πειρατές είχαν τη δυνατότητα πρόσβασης σε κρησφύγετα, εναλλακτικά αραξοβόλια και παζάρια, μακριά από οποιαδήποτε κρατική εποπτεία. Παράλληλα, η ναυτική τεχνολογία της εποχής, σε συνδυασμό με τα πολλά νησιά, τις βραχονησίδες και τα ρεύματα στη θάλασσα του Αιγαίου, δημιουργούσε αναπόφευκτες ναυτικές διαδρομές μέσα από τα νησιά, καθιστώντας τα εμπορικά πλοία ευάλωτα σε πειρατικές επιδρομές, ακόμη και από τη στεριά, όπως συνέβαινε με την περίπτωση της Μάνης.
Παράλληλα με το γεωγραφικό υπόβαθρο, το πλαίσιο λειτουργίας της πειρατείας διαμορφώθηκε και από τις οικονομικές συνθήκες της εποχής. Ήδη από το 16ο αιώνα η άνοδος του εμπορικού καπιταλισμού στην Ευρώπη δε θα μπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστη την Οθωμανική Αυτοκρατορία και κατά συνέπεια το Αρχιπέλαγος του Αιγαίου. Η συνεχής ανάπτυξη του ναυτικού εμπορίου στην Ανατολική Μεσόγειο, παρά τις όποιες διακυμάνσεις λόγω των ιστορικών συγκυριών, διαμόρφωσε μια ακατάπαυστη ναυτική εμπορική κίνηση στην Ανατολική Μεσόγειο και στο Αιγαίο. Η λειτουργία του εμπορίου όμως ήταν άμεσα συνυφασμένη με την πειρατεία και το κούρσος ως προέκταση της οικονομικής δραστηριότητας. Σύμφωνα με τον F. Braudel, η πειρατεία, κατά τη νοοτροπία της εποχής, λειτουργούσε ως μια καταναγκαστική μορφή ανταλλαγής.
Από την άλλη πλευρά, πρέπει να σημειωθεί ότι η ναυτιλία –και ιδίως η πειρατεία– αποτελούσε κυρίως για τους χριστιανικούς πληθυσμούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μια οικονομική δραστηριότητα που δε συναντούσε σημαντικούς οικονομικούς και κοινωνικούς περιορισμούς, όπως συνέβαινε με άλλες οικονομικές δραστηριότητες, μέσα στο πλαίσιο του οθωμανικού κράτους. Με αυτό τον τρόπο η πειρατεία και το κούρσος, ή έστω η έμμεση εμπλοκή με την πειρατεία, αποτελούσαν τη μοναδική –πιθανόν– διέξοδο για τα φτωχά σε υλικούς πόρους αιγαιοπελαγίτικα νησιά.
Τέλος, πρέπει να σημειωθεί και η πολιτική παράμετρος, με την ευρύτερη έννοια του όρου, που διαμόρφωσε και προκάλεσε σε μεγάλο βαθμό την εκδήλωση των διάφορων πειρατικών δραστηριοτήτων. Και αυτή η παράμετρος είναι κυρίως η έλλειψη ικανής κρατικής εποπτείας της θάλασσας του Αιγαίου. Μία βασική αιτία ήταν, όπως προαναφέρθηκε, το πολεμικό κλίμα, το οποίο επικρατούσε για μεγάλο διάστημα στο Αιγαίο. Οι ναυτικοί πόλεμοι, και κυρίως οι επαναλαμβανόμενοι για δύο περίπου αιώνες Βενετο-οθωμανικοί, οδήγησαν τις αντιμαχόμενες πλευρές στη χρήση πειρατών και κουρσάρων ως μια εναλλακτική και ανεπίσημη μορφή πολέμου.
Η οθωμανική κυριαρχία επεκτάθηκε και σταθεροποιήθηκε στο Αιγαίο ήδη από τα μέσα του 16ου αιώνα. Ο κρατικός έλεγχος ωστόσο ήταν ελλιπής, είτε εξαιτίας της ανεπάρκειας της Πύλης είτε λόγω της έλλειψης κρατικής βούλησης για έναν τέτοιο έλεγχο. Η οθωμανική εξουσία λειτουργώντας αποκεντρωτικά –πολιτική που αποτελούσε και ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της– προτιμούσε να οχυρώνει μόνο τις πιο σημαντικές θέσεις στο Αιγαίο και να δίνει μεγάλα περιθώρια αυτονομίας στις ντόπιες κοινότητες. Αρκούνταν στην ετήσια συλλογή φόρων και στην περιστασιακή καταδίωξη πειρατικών στολίσκων. Αυτή η τακτική είχε αποτέλεσμα, ακόμη και ύστερα από την κατάληψη των περισσότερων προγεφυρωμάτων των Δυτικών στο Αρχιπέλαγος, να παρέχεται η δυνατότητα εύκολης πρόσβασης στο Αιγαίο στους πειρατές και τους κουρσάρους από τη Δύση, ενώ ταυτόχρονα ευνοήθηκε η ντόπια πειρατεία. Με αυτό τον τρόπο, παράλληλα με το δίκτυο της οθωμανικής εξουσίας και το επίσημο εμπόριο, λειτουργούσε και το πειρατικό δίκτυο, αναπτύσσοντας ιδιαίτερες σχέσεις με κάποιες τοπικές κοινότητες, οι οποίες ουσιαστικά στήριζαν την επιβίωσή τους στην άμεση ή έμμεση εμπλοκή τους με την πειρατεία.
3. Το φαινόμενο της πειρατείας μέσα στο ιστορικό του πλαίσιο
Από τις αρχές του 13ου αιώνα ξεκινά η κατάληψη νησιών και παραθαλάσσιων περιοχών του Αιγαίου πελάγους από τους Δυτικούς και κυρίως τους Βενετούς. Το 15ο αιώνα το σύνολο σχεδόν των Κυκλάδων ανήκει στη Βενετία, αποτελώντας το επονομαζόμενο Δουκάτο της Νάξου. Τα νησιά Θάσος, Σαμοθράκη, Ίμβρος, Λήμνος, Χίος, Σάμος, Ικαρία ζουν κάτω από το ιδιόμορφο καθεστώς των γενοβέζικων εμπορικών εταιρειών. Το μεγαλύτερο μέρος των Δωδεκανήσων ανήκει στους Ιωαννίτες ιππότες με έδρα τη Ρόδο. Από εκεί εξαπολύουν πειρατικές επιδρομές εναντίον των μουσουλμάνων, ως συνέχεια των Σταυροφοριών. Παρ’ όλα αυτά, την εποχή αυτή η πειρατεία ασκείται κυρίως από μουσουλμάνους πειρατές, που συνδέονται με τους πασάδες της Μικράς Ασίας.
Σε αντίθεση με τους Βυζαντινούς, οι Λατίνοι προσανατολίζουν τη ζωή των νησιών προς τη θάλασσα. Οι οικισμοί εγκαταλείπουν τις παλιές ορεινές τους θέσεις και συνδέονται με το θαλάσσιο δίκτυο. Οι νέοι κυρίαρχοι οχυρώνουν και προστατεύουν τα λιμάνια και τις σκάλες, κυρίως αυτές που βρίσκονται πάνω στους βασικούς άξονες των εμπορικών διαδρομών.
Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 οι Οθωμανοί περνούν στην επίθεση στο Αιγαίο. Από τις αρχές του 16ου αιώνα και ως το 1537, το Αιγαίο υποφέρει από τις λεηλασίες του Μπαρμπαρόσα, Βορειοαφρικανού μουσουλμάνου πειρατή ελληνικής καταγωγής, που είχε μπει στην υπηρεσία του Σουλτάνου. Λεηλατεί περίπου 80 παραθαλάσσιες πόλεις και μεταφέρει στα σκλαβοπάζαρα γύρω στους 30.000 ανθρώπους. Νησιά όπως η Αίγινα, τα Ψαρά, η Κύθνος, η Ικαρία και η Σάμος δέχονται τεράστια δημογραφικά πλήγματα. Μετά το 1537, όταν δηλαδή καταλαμβάνεται και το Δουκάτο της Νάξου, αρχίζουν οι προσπάθειες επανεποικισμού από την Πύλη. Με αυτή τη νίκη το Αιγαίο γίνεται τουρκική λίμνη και, ως τη ναυμαχία της Ναυπάκτου το 1571, η πειρατεία είναι σαφώς ηπιότερη και πιο ελεγχόμενη.
Με την ήττα του τουρκικού στόλου από τους συνασπισμένους χριστιανικούς πληθυσμούς το 1571 αλλάζει πάλι το σκηνικό στο Αιγαίο. Ο οθωμανικός στόλος για προληπτικούς λόγους αποσύρεται στα Δαρδανέλια, ενώ χριστιανοί πειρατές κάνουν την εμφάνισή τους στην περιοχή, ασκώντας πειρατεία παράλληλα με μουσουλμάνους, Βορειοαφρικανούς και Οθωμανούς πειρατές. Οι χριστιανοί πειρατές βρίσκονται συνήθως στην υπηρεσία του Πάπα, των Ισπανών και των Μεδίκων. Παρά την έντονη πειρατική δράση στα 30 χρόνια που ακολουθούν ως τις αρχές του 17ου, ξεκινούν πιο συστηματικά ο επανεποικισμός, με πρωτοβουλία κατά κύριο λόγο της Πύλης, από χριστιανικούς πληθυσμούς, ελληνικούς και αλβανικούς, καθώς και η οικιστική ανοικοδόμηση στο Αιγαίο.
Ο 17ος αιώνας χαρακτηρίζεται από τη μεγάλη βενετοοθωμανική σύγκρουση, με επίκεντρο πλέον το νησί της Κρήτης. Στο πλαίσιο των Βενετοοθωμανικών πολέμων, πολλοί πειρατές, ανάμεσά τους και ντόπιοι νησιώτες, χρησιμοποιούνται εκατέρωθεν ως ένας διαφορετικός τρόπος ναυτικού πολέμου. Στον αιώνα αυτό τρεις κυριαρχίες λειτουργούν παράλληλα και ανταγωνιστικά στο Αιγαίο: των Οθωμανών, των Βενετών και των πειρατών. Αυτή η ρευστή κατάσταση διαμορφώνει ένα πλαίσιο αυτονομίας για τα νησιά του Αιγαίου. Αναπτύσσεται ένα διανησιωτικό πλέγμα επικοινωνίας και εμπορικής κίνησης, που συνυφαίνεται με την πειρατεία.
Με την οριστική λήξη των Βενετοοθωμανικών πολέμων το 1699 με τη συνθήκη του Κάρλοβιτς, αρχίζει και η οικονομική και οικιστική ανάπτυξη του Αιγαίου. Η πειρατεία εξακολουθεί να υφίσταται, φαίνεται όμως να έχει ενταχθεί σε μεγάλο βαθμό στην οικονομική και κοινωνική πρακτική και νοοτροπία των αιγαιοπελαγίτικων κοινοτήτων. Οι κοινότητες των νησιών και των παραθαλάσσιων περιοχών, αν δεν ασκούν οι ίδιες πειρατεία, συνεργάζονται με πειρατές, λειτουργούν ως πειρατικά καταφύγια ή ως διαμετακομιστικά κέντρα για τους πειρατές και τους κουρσάρους.
Το 18ο αιώνα αντικείμενο πειρατείας των χριστιανικών δυνάμεων, με πρωτοστάτη την Αγγλία, δεν είναι πλέον οι μουσουλμάνοι, αλλά τα γαλλικά εμπορικά πλοία, τα οποία κυριαρχούν στο εμπόριο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Για αυτό το σκοπό χρησιμοποιούνται και ντόπιοι νησιώτες ως κουρσάροι. Παράλληλα, και η ίδια η φύση της πειρατείας αλλάζει στις αρχές του 18ου αιώνα. Στόχος πλέον είναι κατά κύριο λόγο τα πλοία εν κινήσει και τα εμπορεύματά τους και όχι οι άνθρωποι με προορισμό την υποδούλωση. Βασικό ρόλο σε αυτό φαίνεται να έπαιξε η διάδοση του ιστιοφόρου, γεγονός που ανέκοψε τη ζήτηση για κωπηλάτες στις γαλέρες.
Από τις αρχές του 18ου αιώνα αναπτύσσεται στις νέες αυτές συνθήκες μια νέα εμπορική και ναυτική τάξη στις αιγαιοπελαγίτικες κοινότητες, η οποία αναλαμβάνει και τον πολιτικό έλεγχο των κοινοτήτων μέσα στο πλαίσιο της αυτοδιοίκησης. Η εμπορική αυτή τάξη λειτουργεί στα όρια μεταξύ του εμπορίου και της πειρατείας. Εκμεταλλεύεται τις ρωσοοθωμανικές και αγγλογαλλικές συγκρούσεις στα τέλη του 18ου αιώνα και με την εμπορική και πειρατική της ιδιότητα μονοπωλεί σχεδόν την εμπορική κίνηση του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου ως το τέλος των Ναπολεόντειων πολέμων το 1815.
4. Συνέπειες της πειρατικής δραστηριότητας στη διαμόρφωση της ζωής των κοινοτήτων του Αιγαίου
Η δράση των πειρατών και των κουρσάρων στο Αρχιπέλαγος δεν μπορεί να ιδωθεί μόνο ως αποτέλεσμα των ιδιαίτερων συνθηκών που επικρατούσαν σε όλη τη διάρκεια που εξετάζουμε, αλλά και ως μια σημαντική δυναμική που διαμόρφωσε την οικονομική, κοινωνική και πολιτισμική ταυτότητα των αιγαιοπελαγίτικων κοινοτήτων.
Μια συνηθισμένη οπτική για την πειρατεία είναι αυτή της λεηλασίας, του εξανδραποδισμού και της ερήμωσης των οικισμών του Αιγαίου, ακόμη και ολόκληρων νησιών. Αυτή η αντίληψη μπορεί ως ένα βαθμό να θεωρηθεί σωστή, είναι όμως σίγουρα ανεπαρκής και μπορεί να λειτουργήσει παραπλανητικά. Πράγματι κατά καιρούς, όπως στην περίπτωση του Βορειοαφρικανού πειρατή Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα, ολόκληρες πόλεις και νησιά λεηλατήθηκαν και ερημώθηκαν. Από την άλλη όμως θα ήταν υπερβολικό να θεωρήσουμε ότι αυτή η κατάσταση επικρατούσε σε ολόκληρο το Αιγαίο με την ίδια ένταση σε όλη την εξεταζόμενη χρονική περίοδο. Μια τέτοια καταστροφική τακτική θα ήταν αδύνατο να εφαρμόζεται συνεχώς λόγω των περιορισμένων πόρων και των μικρών σχετικά πληθυσμών των περισσότερων νησιωτικών περιοχών. Επίσης, είναι αμφισβητήσιμο το κατά πόσο νησιά με μεγάλη ενδοχώρα θα μπορούσαν να ερημωθούν ολοκληρωτικά, όπως υποστηρίζουν διάφορες πηγές.
Η πραγματικότητα είναι πολυδιάστατη. Οι κοινότητες του Αιγαίου, μετά τον επαναπροσανατολισμό τους κατά το 14ο αιώνα προς τη θάλασσα, δε φαίνεται, παρά τις πειρατικές επιδρομές, να απομακρύνονται από αυτή. Σε μακροϊστορικό επίπεδο, παρά τις όποιες ερημώσεις, τουλάχιστον οι σημαντικές οχυρές θέσεις στο Αιγαίο που έλεγχαν τα περάσματα παρέμεναν στραμμένες προς τη ναυτική δραστηριότητα. Αυτή φαίνεται να είναι και η γενικότερη τάση όσων οικισμών επανεποικίζονταν, σύμφωνα με την πολιτική της Πύλης.
Σε οικονομικό επίπεδο, πολλά νησιά και παραθαλάσσιες περιοχές φαίνεται ότι στήριξαν την επιβίωσή τους στην πειρατεία ή στην ειδική σχέση που είχαν με αυτή. Νησιά όπως η Μήλος, η Κίμωλος και η Μύκονος λειτουργούσαν ως αραξοβόλια πειρατών και ως εμπορικοί σταθμοί της λείας τους. Μακροπρόθεσμα η πειρατεία και το κούρσος εντάχθηκαν ως εξωοικονομικός παράγοντας στη ναυτιλιακή δραστηριότητα των νησιών. Λειτούργησαν ως ένας από τους πιο αποτελεσματικούς τρόπους συσσώρευσης κεφαλαίου, το οποίο επενδυόταν στις παράλληλες εμπορικές δραστηριότητες. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της εξέλιξης ήταν η Ύδρα, οι Σπέτσες και τα Ψαρά. Έτσι παρατηρούμε, ήδη από το 17ο αιώνα, τη διαμόρφωση ενός εκτεταμένου διανησιωτικού εμπορικού δικτύου, το οποίο από τις αρχές του 18ου αιώνα επεκτεινόταν και εκτός Αιγαίου. Το αποτέλεσμα ήταν η εμπορική αστική τάξη των Αιγαιοπελαγίτικων κοινοτήτων να ελέγχει τα ¾ της εμπορικής κίνησης στην Ανατολική Μεσόγειο μετά τις ρωσοοθωμανικές συνθήκες του β΄ μισού του 18ου αιώνα και ως το τέλος των Ναπολεόντειων πολέμων.
Αυτή η οικονομική ελίτ θα αναλάβει και την πολιτική διοίκηση των κοινοτήτων μέσα στο πλαίσιο της εκτεταμένης αυτοδιοίκησης και της χαλαρής κρατικής εποπτείας. Το πειρατικό δίκτυο, ιδιαίτερα από το 18οαιώνα, αναπτύσσεται παράλληλα με τα εμπορικά δίκτυα των ευρωπαϊκών στόλων και το διοικητικό δίκτυο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αυτή η πραγματικότητα όμως ενισχύει την οικονομική, πολιτική και πολιτισμική ενότητα του χώρου του Αιγαίου, η οποία λειτουργεί σε παραλληλία ή σε αντίθεση με τις κρατικές κυριαρχίες. Η ενότητα αυτή γίνεται αντιληπτή και από τις ίδιες τις κοινότητες και ιδιαίτερα από τις ιθύνουσες εμπορικές τάξεις.
Συνοψίζοντας λοιπόν, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι, παρά τις καταστροφές που υπέφεραν οι κοινότητες του Αιγαίου εξαιτίας της πειρατείας, μακροπρόθεσμα το φαινόμενο αυτό, συμβάλλοντας καθοριστικά στη διαμόρφωση μιας αυτόνομης και ισχυρής ταυτότητας, εξασφάλισε ένα πραγματικό επίπεδο ευημερίας. Επηρέασε όλες τις πτυχές της ιστορικής πορείας των αιγαιοπελαγίτικων κοινοτήτων, από την οικονομική ανάπτυξη και την πολιτική διοίκηση ως την αρχιτεκτονική και τα πολιτισμικά πρότυπα. Οι οικονομικές και κοινωνικές ελίτ που θα αναδυθούν μέσα από τις κοινότητες αυτές θα παίξουν πολύ σημαντικό ρόλο στην Επανάσταση του 1821, χάρη στη συσσώρευση πλούτου και στην απόκτηση πολεμικής εμπειρίας.
πηγή Πολιτιστική Πύλη του Αρχιπελάγους του Αιγαίου
Posted by Under The Black Flag
Αρχαιότητα,
Πειρατεία,
Σήμερα,
hellas
4:37 π.μ.
Σύμφωνα με την Συνθήκη του ΟΗΕ του 1982, για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), ως πειρατεία ορίζεται κάθε παράνομη πράξη βίας ή περιορισμού ή λεηλασίας, που διαπράττεται για ιδιοτελείς σκοπούς από το πλήρωμα ή τους επιβάτες ενός πλοίου προς άλλο πλοίο ή ιδιοκτησία που βρίσκονται πάνω σε αυτό.
Η πειρατεία στην αρχαιότητα
Η πειρατεία υπάρχει από την εποχή που ο άνθρωπος άνοιξε πανιά για να κάνει εμπόριο με άλλες περιοχές. Αναφορές για πειρατεία υπάρχουν από τον 13ο αιώνα π.Χ. στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, όπου οι Λαοί της Θάλασσας παραμόνευαν τα εμπορικά πλοία στις θαλάσσιες διαδρομές της Μεσογείου και του Αιγαίου.
Στην Κλασσική Εποχή οι Ιλλύριοι και οι Τυρήνιοι ήταν διάσημοι πειρατές, ενώ υπάρχουν και πολλοί Έλληνες και Ρωμαίοι. Περιβόητοι πειρατές ήταν οι Θράκες, οι οποίοι με βάση τους τη Λήμνο λυμαίνονταν όλο το Αιγαίο. Πειρατές κατά περιόδους υπήρξαν και οι Φοίνικες, οι οποίοι εκτός από τα εμπορικά αγαθά, μετέφεραν σκλάβους, κυρίως μικρά παιδιά, τα οποία άρπαζαν από παράκτιες περιοχές και στη συνέχεια τα πουλούσαν.
Ωστόσο, ο 1ος αιώνας π.Χ. ήταν η κατεξοχήν περίοδος της πειρατείας, καθώς μέσα στην αναταραχή και τον πολιτικό κατακερματισμό της εποχής, δημιουργήθηκαν πολλά μικρά πειρατικά κράτη, κυρίως στις ακτές της νότιας Μικράς Ασίας. Μάλιστα, θύμα των πειρατών έπεσε και ο Ιούλιος Καίσαρας σε ταξίδι του στο Αιγαίο το 75 π.Χ.. Οι πειρατές τον κράτησε φυλακισμένο στο Φαρμακονήσι και τον απελευθέρωσαν αφού ζήτησαν λύτρα 50 τάλαντα χρυσού. Ο Ιούλιος Καίσαρας έφτασε στη Ρώμη συγκέντρωσε στρατό και στόλο και επέστρεψε στο Φαρμακονήσι, όπου κατέστρεψε τη βάση τους.
Το 68π.Χ. οι Ρωμαίοι καταλαμβάνουν την Ιλλυρία και παράλληλα καταστρέφουν τις βάσεις των Ιλλύριων πειρατών εκεί, απαλλάσσοντας την Αδριατική από την δράση τους.
Το 67 π.Χ. η ρωμαϊκή σύγκλητος οργάνωσε εκστρατεία υπό την ηγεσία του Πομπήιου, ο οποίος ύστερα από τρεις μήνες πολέμου κατατρόπωσε τους πειρατές στη Μεσόγειο.
Για λίγους αιώνες η Μεσόγειος ησύχασε από την δράση των πειρατών. Ωστόσο, τον 3ο αιώνα μ.Χ. Γότθοι πειρατές αρχίζουν επιθέσεις στις παράκτιες πόλεις και χωριά στη θάλασσα του Μαρμαρά και τη Μαύρη Θάλασσα και από το 264 μ.Χ.κατεβαίνουν στο Αιγαίο. Οι Γότθοι αιχμαλώτισαν χιλιάδες ανθρώπους και τους έσυραν στα σκλαβοπάζαρα.
Μεσαίωνας: Βίκιγκς και Σαρακηνοί
Τον 5ο - 6ο αι. μ.Χ. οι Σλάβοι που κατέβαιναν στην Βαλκανική αναβίωσαν το πειρατικό παρελθόν των Ιλλυρίων και ξεκίνησαν τη ληστρική τους δράση στην Αδριατική. Όσο περνούσαν τα χρόνια, οι Ιλλύριοι πειρατές επέκτειναν τη δράση τους, φτάνοντας στις αρχές του 9ου αι. έως τη Σικελία, απειλώντας ακόμη και την ίδια τη Βενετία. Ήταν τόσο έντονη η δράση τους, ώστε το εμπόριο και τα ταξίδια στην Αδριατική έγιναν επικίνδυνο και οι θαλάσσιες συγκοινωνίες παρέλυσαν. Τελικώς, η Βυζαντινή αυτοκρατορία έστειλε μεγάλο στόλο κατανικώντας τους πειρατές και φέροντας την ηρεμία στην περιοχή.
Εν τω μεταξύ, η πειρατεία εξαπλώθηκε πλέον σε συστηματική βάση σε όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο. Στη Βόρεια Ευρώπη οι Βικιγκ γίνονται από τον 8ο αι. μ.Χ. ο τρόμος και ο φόβος πόλων, χωριών και εμπόρων, καθώς καταστρέφουν και ληστεύουν ότι βρίσκονται στο διάβα τους και σέρνουν μαζί τους χιλιάδες αιχμαλώτους.
Στη Μεσόγειο οι Άραβες ξεκίνησαν την πειρατεία τρομοκρατώντας τις παράλιες περιοχές. Κατέλαβαν μάλιστα την Κρήτη και τη Σικελία, οι οποίες έγιναν και οι βάσεις τους. Οι Σαρακηνοί Άραβες ήταν ιδιαίτερα δραστήριοι ως πειρατές και παράτολμοι στις πράξεις τους. Μάλιστα, δεν φοβήθηκαν να πολιορκήσουν το 905 μ.Χ. τη Θεσσαλονίκη την οποία κατέλαβα και λεηλάτησαν, ενώ πούλησαν αρκετές χιλιάδες κατοίκους της πόλης ως σκλάβους.
Σημαντική πειρατική δράση είχαν επίσης οι Μανιάτες και αργότερα οι Τούρκοι και οι Αλγερινοί, ειδικότερα με τον Μπαρμπαρόσα, ο οποίος έγινε ο φόβος και ο τρόμος του Αιγαίου και της Μεσογείου γενικότερα τον 16ο αι. μ.Χ.
Η «Κλασσική» περίοδος της πειρατείας
Η μεγάλη ακμή της πειρατείας ωστόσο ήρθε με την ανακάλυψη της Αμερικής και την ισπανική κατάκτηση. Οι πειρατές έδρασαν κυρίως στην Καραϊβική, τις δυτικές ακτές της Αμερικής και στον Ατλαντικό Ωκεανό από το 1620 έως το 1730. Στόχος τα γεμάτα χρυσό και εμπορεύματα πλοία των Ισπανών, οι οποίοι κατείχαν το μεγαλύτερο μέρος της Καραϊβικής. Οι πειρατές ήταν κυρίως Άγγλοι, Ολλανδοί και Γάλλοι, που είχαν έρθει στη Νέα Γη για να αναζητήσουν την τύχη τους και να κάνουν μία νέα αρχή ή συμμετείχαν στους ναυτικούς πολέμους των αποικιοκρατικών χωρών. Με το τέλος των πολέμων, πολλοί από αυτούς τους ναύτες ακολούθησαν αυτό το μονοπάτι της παρανομίας το οποίο ήταν ιδιαίτερα επικερδές.
Οι κύριες βάσεις των πειρατών της Καραϊβικής ήταν το Νιου Πρόβιντενς στις Μπαχάμες και το Πορτ Ρόγιαλ. Οι μεγάλες ναυτικές δυνάμεις της εποχής χρησιμοποίησαν τους πειρατές, προκειμένου να προωθήσουν τα δικά τους εμπορικά συμφέροντα στην περιοχή, παρέχοντας κάλυψη και βοήθεια σε οπλισμό. Ο πιο γνωστοί πειρατές της περιόδου αυτής ήταν ο Έντουαρτ Τιτς ή αλλιώς «Μαυρογένης», ο Χένρι Μόργκαν και η Άνν Μπόνεϊ, οι οποίοι έγιναν λαϊκοί ήρωες.
Σύγχρονη εποχή
Η πειρατεία δεν εξέλειψε σε καμία περίοδο της ιστορίας του ανθρώπου. Μετά την χρυσή «κλασσική» περίοδο της πειρατείας στην Καραϊβική, η πειρατεία αμβλύνθηκε, συνεχίστηκε όμως. Πειρατεία θα συναντήσουμε και στο Αιγαίο στα τέλη του 18ου αιώνα και κυρίως την περίοδο της ελληνικής επανάστασης. Ο Ιωάννης Καποδίστριας ήταν αυτός που καταπολέμησε τους πειρατές του Αιγαίου, αμέσως μετά την αυτονόμηση της Ελλάδας. Στην πορεία οι Βρετανοί κατάφεραν να εξαλείψουν σχεδόν την πειρατεία στον Ινδικό Ωκεανό καταστρέφοντας τις βάσεις στα νησιά και τις ακτές της Αφρικής.
Εν τω μεταξύ, στα τέλη του 20ου αιώνα η πειρατεία έκανε δυναμικά την εμφάνισή της στην Ασία. Τα στενά του Μαλάκκα, μεταξύ της Μαλαισίας και της Ινδονησίας έγιναν το επίκεντρο της πειρατικής δράσης από τη δεκαετία του 1980 και ύστερα, με αποκορύφωμα το 2003. Η περιοχή ήταν γνωστή για τους πειρατές της από το 16ο αι. μ.Χ. έως τα μέσα του 19ου αι. μ.Χ.
Το δεύτερο σημαντικό επίκεντρο της σύγχρονης περιόδου είναι η Σομαλία, η οποία βρίσκεται στην επικαιρότητα τους τελευταίους μήνες, καθώς το φαινόμενο βρίσκεται σε έξαρση. Η Σομαλία αποτελεί ιδανικό κρυσφήγετο για τους πειρατές εξαιτίας του χάους που επικρατεί σ' αυτή την αφρικανική χώρα από τον εμφύλιο πόλεμο, που διαρκεί από το 1975. Οι
Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεί για το 2006 οι Σομαλοί πειρατές πραγματοποίησαν 239 επιθέσεις το 2006, με 77 απαχθέντες, 188 ομήρους, 17 τραυματίες και 15 φόνους. Το 2007 παρουσίασε άνοδο 10% με263 επιθέσεις, καθώς και άνοδο 35% στα περιστατικά χρήσης όπλων, καθώς και 64 τραυματίες. Δεν έχουν γίνει γνωστά στοιχεία όσον αφορά φόνους.
Η έξαρση των τελευταίων μηνών ωστόσο, οδήγησε στη δημιουργία μίας διεθνούς ναυτικής δύναμης, η οποία περιπολεί στα νερά της δυτικής Αφρικής και στα στενά του Άντεν, προκειμένου να περιορίσει τη δράση των πειρατών. Η ευρωπαϊκή επιχείρηση «Αταλάντη» - η οποία τελεί υπό ελληνική διοίκηση - έχει οδηγήσει στη σύλληψη δεκάδων πειρατών, παρόλα αυτά
Μένει να δούμε ποιο θα είναι το αποτέλεσμα της διεθνούς στρατιωτικής παρέμβασης. Πολλοί διεθνείς παρατηρητές επιμένουν ότι το πρόβλημα της πειρατείας στη Σομαλία, θα λυθεί μόνον εάν καταληφθούν οι βάσεις των πειρατών. Αυτό δεν φαίνεται όμως να είναι ακόμη στις προτεραιότητες της διεθνούς κοινότητας, της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ.
Posted by Under The Black Flag
Αιγαίο,
Πειρατεία
3:41 π.μ.
Πολλά έχουν γραφτεί για την άσκηση της πειρατείας στην κεντρική και δυτική Μεσόγειο και την οργάνωση του δουλεμπορίου στη βόρεια Αφρική. Ελάχιστα όμως γνωρίζαμε για την πειρατεία στις ελληνικές θάλασσες μετά την εμφάνιση των Οθωμανών Τούρκων στο Αιγαίο πέλαγος το 1390. 
Από τότε δηλαδή τοποθετείται ουσιαστικά η αρχή της οθωμανικής κυριαρχίας και η προσπάθεια επικράτησης στα ελληνικά πελάγη με τη χρησιμοποίηση μουσουλμάνων πειρατών.
Η πειρατεία ήταν προηγουμένως ενοχλητική και επικίνδυνη, αλλά ποτέ δεν είχε τη μορφή και την έκταση πληγής που είχε τους 15ο και 16ο αιώνες.
Γιατί τότε η Οθωμανική Αυτοκρατορία υπέθαλψε και χρησιμοποίησε άμεσα και έμμεσα τους Τούρκους πειρατές για την αύξηση της σφαίρας επιρροής της στο
θαλάσσιο χώρο της Μεσογείου.
Άμεσα, γιατί υποχρεωτικά επάνδρωνε τα καράβια του στόλου της με το δυναμικό των Τούρκων πειρατών της Μικράς Ασίας· έμμεσα, γιατί υποθάλποντας τη δράση των μουσουλμάνων πειρατών καταπονούσε τη δύναμη των χριστιανών αντιπάλων της και έκανε ζωντανή την παρουσία της σε όλη τη
Μεσόγειο.
Οι πιο γνωστοί πειρατές ήταν ο Κεμάλ ρέις, ο Καρακασάν, ο αδελφός του Καραδορμής, οι Κούρτογλου και άλλοι.
Η στάση της Πύλης απέναντι στην πειρατεία μπορεί σε πρώτη ματιά να φανεί αντιφατική ή πάντως όχι ξεκαθαρισμένη.
Όμως στην πραγματικότητα ήταν μία και ενιαία: η Πύλη καταδίωκε τους Τούρκους πειρατές, μικρούς ή μεγάλους, όταν η δράση τους ήταν υπερβολικά ανεξάρτητη και ασκούσαν πειρατεία μόνον για το προσωπικό τους όφελος, όταν ενεργούσαν σαν επαναστάτες στην ηγεμονία της.
Αντίθετα, τους υποστήριζε και τους προστάτευε όταν δέχονταν να ενταχθούν στην υπηρεσία του επίσημου οθωμανικού
στόλου.
Το 1497 ο μεγάλος πειρατής Κεμάλ Ρέις χωρίς συζήτηση δέχτηκε να ενταχθεί στη δύναμη του επίσημου οθωμανικού στόλου. Σε περίοδο ειρήνης ο σουλτάνος ακολουθούσε πολιτική ανοχής των μουσουλμάνων πειρατών γιατί η δράση τους καταπονούσε και εξασθένιζε τα αντίπαλα χριστιανικά κράτη.
Στις σχέσεις Οθωμανών πειρατών-Πύλης υπήρχε μία αλληλεξάρτηση. Γιατί οι πειρατές όσο περισσότερο ισχυροί γίνονταν και πολλαπλασίαζαν τα μεγέθη του στόλου τους τόσο μεγαλύτερη ανάγκη είχαν την Πύλη και το σουλτάνο.
Δεν μπορούσαν απαρατήρητοι να αρματώσουν την άνοιξη και να ξαρματώσουν το χειμώνα τα
σκάφη τους σε ασφαλές οθωμανικό έδαφος ούτε να τα επανδρώσουν με λεβέντες.
Είχαν ανάγκη την ανοχή και προστασία του σουλτάνου ή άλλων ισχυρών εκπροσώπων της περιφερειακής διοίκησης της αυτοκρατορίας. Παράλληλα η Πύλη και οι κατά τόπους πασάδες στηρίζονταν στις ικανότητες των λεβέντηδων.
Υπήρχε όμως και ένας άλλος παράγοντας: το κέρδος. Οι σαντζάκ μπέηδες των παράλιων περιοχών της Μικράς Ασίας αλλά και οι πασάδες στην Κωνσταντινούπολη ήταν οι κύριοι χρηματοδότες των πειρατικών
επιχειρήσεων.
Με τα κεφάλαια που διέθεταν χρηματοδοτούσαν όχι μόνο το νόμιμο εμπόριο, αλλά και την επικερδέστερη πειρατεία. Τα κέρδη τους δεν ήταν μόνον οικονομικά αλλά και πολιτικοστρατιωτικά.
Διέθεταν ιδιόκτητη ναυτική προστασία. Με αυτήν επέβαλλαν τη θέλησή τους και έκαναν εγγραφές και για το μέλλον. Βέβαια η κατασκευή και συντήρηση κωπήλατων σκαφών, κατάλληλων για άσκηση πειρατείας, και η επάνδρωσή τους με άνδρες τολμηρούς και επιδέξιους, ο στοιχειώδης εφοδιασμός αρχικά με όπλα και τρόφιμα προϋπέθεταν κεφάλαια.
Γι' αυτό ορμητήρια των Τούρκων πειρατών ήταν τα προφυλαγμένα
λιμάνια των ανατολικών και νότιων παραλίων της Μικράς Ασίας, γύρω από τη Σμύρνη και την Αττάλεια. Οι σαντζάκ μπέηδες ήταν οι χρηματοδότες τους. Εκεί συγκέντρωναν και τα προϊόντα της λείας.
Επίκεντρο των επιθέσεων ήταν πρώτα απ' όλα τα νησιά του Αρχιπελάγους. Όταν το 1416-1420 ο μοναχός Μποντελμόντι (Buondelmonti) περιηγήθηκε τα νησιά του Αιγαίου, αναφέρει ότι πολλά ήταν ακατοίκητα και στα άλλα οι κάτοικοι ζούσαν στην αθλιότητα και τον τρόμο.
Στη
Σύρα οι κάτοικοι τρέφονταν με ψωμί από χαρούπια και κρέατα τράγου. Στη
Σίφνο οι άνδρες ήταν ελάχιστοι· αντιστοιχούσε ένας άνδρας σε 16 γυναίκες. Στην
Άνδρο και τη
Νιό οι κάτοικοι διανυκτέρευαν μέσα σε πύργο ή φρούριο για το φόβο των επιδρομών.
Το 1479, 400 ξεκληρισμένες οικογένειες της
Σαντορίνης κατέφυγαν στην Κρήτη, μη μπορώντας να υποφέρουν τους σεισμούς και τις πειρατικές επιδρομές. Οι πειρατές τους 14ο-16ο αι., ακόμη και το 17ο, λεηλατούσαν όχι μόνον τα πλεούμενα αλλά και τα παράλια και νησιά ολόκληρα.
Αποβίβαζαν άνδρες και προχωρούσαν στο εσωτερικό των περιοχών σκλαβώνοντας τους κατοίκους και αρπάζοντας τα γεννήματα και τα ζώα. Ανάγκαζαν έτσι τους πληθυσμούς να εγκαταλείπουν ομαδικά τα παράλια και να δημιουργούν νέους οικισμούς σε κρυφές και απόκρημνες τοποθεσίες.
Οι ομαδικές αιχμαλωσίες των πληθυσμών δημιούργησαν στο
Αιγαίο οξύ δημογραφικό και κοινωνικό πρόβλημα. Το 1475 οι Τζουστινιάνι (Justi-niani) της Χίου αποφάσισαν τη μεταφορά όλων των κατοίκων της Σάμου και των Ψαρών στη Χίο. Εκατό χρόνια έμεινε έρημη η Σάμος. Αλλά και οι άλλοι πληθυσμοί που παρέμεναν στις αρχικά οχυρωμένες θέσεις ζούσαν με το φόβο και τη μιζέρια.
Δεν τολμούσαν να παράξουν περισσότερα αγαθά από τα αναγκαία, γιατί ήταν βέβαιοι ότι θα τα άρπαζαν οι πειρατές. Η πειρατεία εμπόδισε την εντατική
καλλιέργεια της γης και την ανάπτυξη του εμπορίου και της ναυτιλίας. Καλλιέργησε κλίμα αδράνειας και εσωστρέφειας.
Παράλληλα η συνεχής απειλή των πειρατών και η επιθυμία επιβίωσης ώθησαν τα δυναμικά στοιχεία του ελληνικού πληθυσμού στην εξωμοσία και τον εξισλαμισμό. Πολλοί Έλληνες μικροπειρατές αλλαξοπίστησαν. Το πιο κλασικό παράδειγμα ήταν των αδελφών Βαρβαρόσσα.
Οι αδελφοί Βαρβαρόσσα, Έλληνες από τη Μυτιλήνη, γιοι τσουκαλά και εγγονοί παπά, όχι μόνον αλλαξοπίστησαν αλλά και αντελήφθησαν από την αρχή το πρόβλημα της εξάρτησης από πασάδες.
Μόλις αύξησαν τη δύναμή τους σε πλοία, διέρρηξαν την εξάρτηση από τοπικούς παράγοντες, άσκησαν επικερδώς πειρατεία στην κεντρική Μεσόγειο και εγκαταστάθηκαν στην Μπαρμπαριά, όπου δημιούργησαν μία ανεξάρτητη δύναμη, όχι μόνο πειρατική αλλά και πολιτική, εκμεταλλευόμενοι την εχθρότητα των Μαυριτανών του Αλγερίου με τους Ισπανούς. Ένα κράτος που διατηρήθηκε 300 χρόνια.
Ο μεγαλύτερος ο Αρούτζ (Arudj), ο επιλεγόμενος Βαρβαρόσσας, γιατί αυτός είχε κόκκινα μαλλιά και γένια, εξέδωσε νομίσματα που έφεραν τη μορφή του.
Πέθανε το 1518 και τον διαδέχθηκε ο αδελφός του Χέζρ (Hezr), ο επιλεγόμενος Χαϊρεντίν. Πιο διπλωμάτης από τον αδελφό του, αναγνώρισε την επικυριαρχία του σουλτάνου, που τον διόρισε μπεηλέρμπεη του Αλγερίου.
Με τους συντρόφους του άσκησε ευρείας έκτασης πειρατεία στη δυτική
Μεσόγειο και αποκόμισε τεράστια κέρδη και φήμη.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΚΡΑΝΤΟΝΕΛΛΗ
Posted by Under The Black Flag
Αιγαίο,
Αρχιπέλαγος,
Πειρατεία
4:46 π.μ.

1. Η φύση και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πειρατείας στη θάλασσα του Αιγαίου
Η πειρατεία στο Αιγαίο αποτέλεσε συνεχές ιστορικό φαινόμενο μέσα στους αιώνες που εξετάζουμε, με μεταβαλλόμενη ένταση και διαφορετική φύση κατά περιόδους. Η αναφορά, κατά συνέπεια, στο ιστορικό φαινόμενο της πειρατείας από το 13ο αιώνα ως περίπου και τις παραμονές της Ελληνικής Επανάστασης δεν μπορεί να είναι μονοσήμαντη, αλλά πρέπει να υπολογίζονται όλες οι εκφάνσεις του φαινομένου.
Πιο συγκεκριμένα, η επαρκής ανάλυση προϋποθέτει τη διάκριση της πειρατείας από το κούρσος, δηλαδή τη με συγκεκριμένους στόχους, ελεγχόμενη από μία κρατική εξουσία, κατευθυνόμενη πειρατεία. Επίσης, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η διάκριση ανάμεσα στην πειρατεία με καθαρά κερδοσκοπικά κίνητρα από εκείνη που γινόταν μέσα στο πλαίσιο ναυτικού διακρατικού ή ιερού πολέμου. Ακόμη και σε αυτές τις περιπτώσεις, η μεταπήδηση από τη μία μορφή πειρατείας στην άλλη ήταν ιδιαίτερα συνηθισμένη, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο δύσκολη την έρευνα του φαινομένου. Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που απλοί πειρατές μετατρέπονταν σε κουρσάρους μέσα στο πλαίσιο του ιερού πολέμου και στην υπηρεσία μιας κρατικής εξουσίας, όπως συνέβη, για παράδειγμα, με το Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα. Από την άλλη πλευρά, μορφές πειρατείας που γίνονταν στο όνομα της θρησκείας και του ιερού πολέμου εκτρέπονταν πολύ συχνά σε ληστρικές επιδρομές, ανεξάρτητα από τη θρησκεία των θυμάτων, όπως συνέβαινε στην περίπτωση των Ιωαννιτών ιπποτών.
Πρέπει ακόμη να γίνεται διάκριση ανάμεσα στην πειρατεία που προερχόταν από δυνάμεις που βρίσκονταν εκτός Αιγαίου (κυρίως από ευρωπαϊκά και βορειοαφρικανικά μουσουλμανικά κράτη), και από αυτή, μικρότερης κλίμακας, που προερχόταν από τους ντόπιους νησιωτικούς πληθυσμούς. Αυτό, βέβαια, δε σημαίνει ότι οι δύο αυτές μορφές πειρατείας δεν αλληλοδιαπλέκονταν. Δεν ήταν λίγες οι φορές, ιδιαίτερα από το 17ο αιώνα και μετά, που ντόπιοι ναυτικοί υπηρετούσαν σε ευρωπαϊκούς πειρατικούς στόλους ή ακόμη λειτουργούσαν ως κουρσάροι ξένων ναυτικών δυνάμεων.
Επιπλέον διάκριση πρέπει να γίνεται και στις μορφές της πειρατείας, όσον αφορά τους στόχους της. Αν δηλαδή οι πειρατές ή κουρσάροι κούρσευαν μόνο πλοία ή λεηλατούσαν και παραθαλάσσιες περιοχές. Αν είχαν στόχο κυρίως την πώληση αιχμαλώτων ως δούλων ή αποκλειστικά εμπορεύσιμα αγαθά.
Δεν μπορούμε, τέλος, να παραβλέψουμε τις διαφορετικές οπτικές των ανθρώπων της εποχής. Σίγουρα οι απόψεις των πειρατών για τις ενέργειές τους ήταν διαφορετικές από αυτές των θυμάτων τους ή του κράτους το οποίο ζημίωναν. Αν ο Μοροζίνι για τους Βενετούς ήταν ήρωας, για τους Οθωμανούς δεν ήταν παρά ένας πειρατής, ενώ το αντίστροφο ίσχυε για τον Μπαρμπαρόσα. Ακόμη, διαφορετικές θα ήταν οι αντιλήψεις για την πειρατική δράση των κοινοτήτων που έπεφταν θύματα των πειρατών από τις αντιλήψεις των κοινοτήτων που είτε ασκούσαν πειρατεία είτε ωφελούνταν οικονομικά από αυτή.
Οι παραπάνω παράμετροι, καθώς και αρκετές άλλες, με την πολυπλοκότητα και την αλληλοεπικάλυψή τους, διαμορφώνουν το διαχρονικό φαινόμενο της πειρατείας στο Αρχιπέλαγος, με τις διάφορες εκφάνσεις του κατά περιόδους.
2. Το γεωγραφικό, πολιτικό και οικονομικό υπόβαθρο της πειρατείας στο Αιγαίο
Πέρα από τις διάφορες μορφές του φαινομένου της πειρατείας, πρέπει να αναφερθούμε και σε κάποιους συγκεκριμένους παράγοντες οι οποίοι αποτέλεσαν είτε το υπόβαθρο που ευνόησε την εκδήλωση της πειρατικής δράσης είτε τα ίδια τα αίτια που οδήγησαν σε αυτή.
Ένας πρώτος παράγοντας είναι η γεωγραφική θέση του Αιγαίου μέσα στον ευρύτερο χώρο της Μεσογείου, όπως επίσης και η ιδιαίτερη γεωμορφολογία του Αρχιπελάγους.
Πιο συγκεκριμένα, το Αιγαίο σε όλη αυτή τη χρονική περίοδο βρισκόταν πάνω στους τρεις βασικούς εμπορικούς άξονες που ένωναν τη Δύση με την Ανατολή και, κατ’ επέκταση, με τους δρόμους του μεταξιού και των μπαχαρικών. Έτσι, το Αιγαίο αποτελούσε μέρος του άξονα από τα λιμάνια της Δύσης προς την Κωνσταντινούπολη και από εκεί στη διαδρομή του μεταξιού προς την Κίνα. Επιπλέον, το νότιο Αιγαίο ήταν πάνω στον άξονα από την Ευρώπη προς τη Συρία και τους Αγίους Τόπους, όπου βρισκόταν η εναλλακτική αφετηρία του δρόμου του μεταξιού. Τέλος, το νοτιοανατολικό Αιγαίο, και συγκεκριμένα τα Δωδεκάνησα, αποτελούσαν τον κόμβο που συνέδεε την πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με το λιμάνι της Αλεξάνδρειας, σταθμό του εμπορίου των μπαχαρικών, ίσως του πιο επικερδούς εμπορίου για μεγάλες χρονικές περιόδους.
Αυτοί οι εμπορικοί άξονες, καθ’ όλη την περίοδο που εξετάζουμε, δεν έχασαν ουσιαστικά την αξία τους παρά την ανακάλυψη του Νέου Κόσμου και των εναλλακτικών διαδρομών προς τις Ινδίες, στα τέλη του 15ου αιώνα. Ήταν λοιπόν επόμενο το Αιγαίο να αποτελεί, ως μέρος της Ανατολικής Μεσογείου, πεδίο σύγκρουσης των μεγάλων ναυτικών και εμπορικών δυνάμεων. Ακριβώς αυτή η πολεμική σύγκρουση, κυρίως της οθωμανικής εξουσίας με τα δυτικά κράτη για τον έλεγχο των εμπορικών αξόνων, η οποία ήταν σχεδόν ακατάπαυστη, ευνόησε την εκδήλωση της πειρατείας με διάφορες μορφές. Αυτή η σύγκρουση όμως δε σημαίνει ότι αποκλειόταν το εμπόριο της Δύσης με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι εμπορικές συμφωνίες, γνωστές ως διομολογήσεις, που ξεκίνησαν από το 16ο αιώνα, με πρώτη αυτή με τη Γαλλία, φανέρωναν τη διάθεση των Οθωμανών για την ανάπτυξη του εμπορίου. Οι Οθωμανοί φρόντιζαν να συνάπτουν εμπορικές συμφωνίες ακόμη και με τη μεγαλύτερη αντίπαλό τους, τη Βενετία, έπειτα από κάθε πολεμική σύγκρουση μαζί της.
Και η ιδιαίτερη μορφολογία του Αιγαίου όμως, σε συνδυασμό με τους τρόπους ναυσιπλοΐας της εποχής, ευνόησε τη δράση πειρατών και κουρσάρων, ντόπιων και ξένων. Χάρη στην πληθώρα μικρών φυσικών λιμανιών και ορμίσκων, οι πειρατές είχαν τη δυνατότητα πρόσβασης σε κρησφύγετα, εναλλακτικά αραξοβόλια και παζάρια, μακριά από οποιαδήποτε κρατική εποπτεία. Παράλληλα, η ναυτική τεχνολογία της εποχής, σε συνδυασμό με τα πολλά νησιά, τις βραχονησίδες και τα ρεύματα στη θάλασσα του Αιγαίου, δημιουργούσε αναπόφευκτες ναυτικές διαδρομές μέσα από τα νησιά, καθιστώντας τα εμπορικά πλοία ευάλωτα σε πειρατικές επιδρομές, ακόμη και από τη στεριά, όπως συνέβαινε με την περίπτωση της Μάνης.
Παράλληλα με το γεωγραφικό υπόβαθρο, το πλαίσιο λειτουργίας της πειρατείας διαμορφώθηκε και από τις οικονομικές συνθήκες της εποχής. Ήδη από το 16ο αιώνα η άνοδος του εμπορικού καπιταλισμού στην Ευρώπη δε θα μπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστη την Οθωμανική Αυτοκρατορία και κατά συνέπεια το Αρχιπέλαγος του Αιγαίου. Η συνεχής ανάπτυξη του ναυτικού εμπορίου στην Ανατολική Μεσόγειο, παρά τις όποιες διακυμάνσεις λόγω των ιστορικών συγκυριών, διαμόρφωσε μια ακατάπαυστη ναυτική εμπορική κίνηση στην Ανατολική Μεσόγειο και στο Αιγαίο. Η λειτουργία του εμπορίου όμως ήταν άμεσα συνυφασμένη με την πειρατεία και το κούρσος ως προέκταση της οικονομικής δραστηριότητας. Σύμφωνα με τον F. Braudel, η πειρατεία, κατά τη νοοτροπία της εποχής, λειτουργούσε ως μια καταναγκαστική μορφή ανταλλαγής.
Από την άλλη πλευρά, πρέπει να σημειωθεί ότι η ναυτιλία –και ιδίως η πειρατεία– αποτελούσε κυρίως για τους χριστιανικούς πληθυσμούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μια οικονομική δραστηριότητα που δε συναντούσε σημαντικούς οικονομικούς και κοινωνικούς περιορισμούς, όπως συνέβαινε με άλλες οικονομικές δραστηριότητες, μέσα στο πλαίσιο του οθωμανικού κράτους. Με αυτό τον τρόπο η πειρατεία και το κούρσος, ή έστω η έμμεση εμπλοκή με την πειρατεία, αποτελούσαν τη μοναδική –πιθανόν– διέξοδο για τα φτωχά σε υλικούς πόρους αιγαιοπελαγίτικα νησιά.
Τέλος, πρέπει να σημειωθεί και η πολιτική παράμετρος, με την ευρύτερη έννοια του όρου, που διαμόρφωσε και προκάλεσε σε μεγάλο βαθμό την εκδήλωση των διάφορων πειρατικών δραστηριοτήτων. Και αυτή η παράμετρος είναι κυρίως η έλλειψη ικανής κρατικής εποπτείας της θάλασσας του Αιγαίου. Μία βασική αιτία ήταν, όπως προαναφέρθηκε, το πολεμικό κλίμα, το οποίο επικρατούσε για μεγάλο διάστημα στο Αιγαίο. Οι ναυτικοί πόλεμοι, και κυρίως οι επαναλαμβανόμενοι για δύο περίπου αιώνες Βενετο-οθωμανικοί, οδήγησαν τις αντιμαχόμενες πλευρές στη χρήση πειρατών και κουρσάρων ως μια εναλλακτική και ανεπίσημη μορφή πολέμου.
Η οθωμανική κυριαρχία επεκτάθηκε και σταθεροποιήθηκε στο Αιγαίο ήδη από τα μέσα του 16ου αιώνα. Ο κρατικός έλεγχος ωστόσο ήταν ελλιπής, είτε εξαιτίας της ανεπάρκειας της Πύλης είτε λόγω της έλλειψης κρατικής βούλησης για έναν τέτοιο έλεγχο. Η οθωμανική εξουσία λειτουργώντας αποκεντρωτικά –πολιτική που αποτελούσε και ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της– προτιμούσε να οχυρώνει μόνο τις πιο σημαντικές θέσεις στο Αιγαίο και να δίνει μεγάλα περιθώρια αυτονομίας στις ντόπιες κοινότητες. Αρκούνταν στην ετήσια συλλογή φόρων και στην περιστασιακή καταδίωξη πειρατικών στολίσκων. Αυτή η τακτική είχε αποτέλεσμα, ακόμη και ύστερα από την κατάληψη των περισσότερων προγεφυρωμάτων των Δυτικών στο Αρχιπέλαγος, να παρέχεται η δυνατότητα εύκολης πρόσβασης στο Αιγαίο στους πειρατές και τους κουρσάρους από τη Δύση, ενώ ταυτόχρονα ευνοήθηκε η ντόπια πειρατεία. Με αυτό τον τρόπο, παράλληλα με το δίκτυο της οθωμανικής εξουσίας και το επίσημο εμπόριο, λειτουργούσε και το πειρατικό δίκτυο, αναπτύσσοντας ιδιαίτερες σχέσεις με κάποιες τοπικές κοινότητες, οι οποίες ουσιαστικά στήριζαν την επιβίωσή τους στην άμεση ή έμμεση εμπλοκή τους με την πειρατεία.
3. Το φαινόμενο της πειρατείας μέσα στο ιστορικό του πλαίσιο
Από τις αρχές του 13ου αιώνα ξεκινά η κατάληψη νησιών και παραθαλάσσιων περιοχών του Αιγαίου πελάγους από τους Δυτικούς και κυρίως τους Βενετούς. Το 15ο αιώνα το σύνολο σχεδόν των Κυκλάδων ανήκει στη Βενετία, αποτελώντας το επονομαζόμενο Δουκάτο της Νάξου. Τα νησιά Θάσος, Σαμοθράκη, Ίμβρος, Λήμνος, Χίος, Σάμος, Ικαρία ζουν κάτω από το ιδιόμορφο καθεστώς των γενοβέζικων εμπορικών εταιρειών. Το μεγαλύτερο μέρος των Δωδεκανήσων ανήκει στους Ιωαννίτες ιππότες με έδρα τη Ρόδο. Από εκεί εξαπολύουν πειρατικές επιδρομές εναντίον των μουσουλμάνων, ως συνέχεια των Σταυροφοριών. Παρ’ όλα αυτά, την εποχή αυτή η πειρατεία ασκείται κυρίως από μουσουλμάνους πειρατές, που συνδέονται με τους πασάδες της Μικράς Ασίας.
Σε αντίθεση με τους Βυζαντινούς, οι Λατίνοι προσανατολίζουν τη ζωή των νησιών προς τη θάλασσα. Οι οικισμοί εγκαταλείπουν τις παλιές ορεινές τους θέσεις και συνδέονται με το θαλάσσιο δίκτυο. Οι νέοι κυρίαρχοι οχυρώνουν και προστατεύουν τα λιμάνια και τις σκάλες, κυρίως αυτές που βρίσκονται πάνω στους βασικούς άξονες των εμπορικών διαδρομών.
Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 οι Οθωμανοί περνούν στην επίθεση στο Αιγαίο. Από τις αρχές του 16ου αιώνα και ως το 1537, το Αιγαίο υποφέρει από τις λεηλασίες του Μπαρμπαρόσα, Βορειοαφρικανού μουσουλμάνου πειρατή ελληνικής καταγωγής, που είχε μπει στην υπηρεσία του Σουλτάνου. Λεηλατεί περίπου 80 παραθαλάσσιες πόλεις και μεταφέρει στα σκλαβοπάζαρα γύρω στους 30.000 ανθρώπους. Νησιά όπως η Αίγινα, τα Ψαρά, η Κύθνος, η Ικαρία και η Σάμος δέχονται τεράστια δημογραφικά πλήγματα. Μετά το 1537, όταν δηλαδή καταλαμβάνεται και το Δουκάτο της Νάξου, αρχίζουν οι προσπάθειες επανεποικισμού από την Πύλη. Με αυτή τη νίκη το Αιγαίο γίνεται τουρκική λίμνη και, ως τη ναυμαχία της Ναυπάκτου το 1571, η πειρατεία είναι σαφώς ηπιότερη και πιο ελεγχόμενη.
Με την ήττα του τουρκικού στόλου από τους συνασπισμένους χριστιανικούς πληθυσμούς το 1571 αλλάζει πάλι το σκηνικό στο Αιγαίο. Ο οθωμανικός στόλος για προληπτικούς λόγους αποσύρεται στα Δαρδανέλια, ενώ χριστιανοί πειρατές κάνουν την εμφάνισή τους στην περιοχή, ασκώντας πειρατεία παράλληλα με μουσουλμάνους, Βορειοαφρικανούς και Οθωμανούς πειρατές. Οι χριστιανοί πειρατές βρίσκονται συνήθως στην υπηρεσία του Πάπα, των Ισπανών και των Μεδίκων. Παρά την έντονη πειρατική δράση στα 30 χρόνια που ακολουθούν ως τις αρχές του 17ου, ξεκινούν πιο συστηματικά ο επανεποικισμός, με πρωτοβουλία κατά κύριο λόγο της Πύλης, από χριστιανικούς πληθυσμούς, ελληνικούς και αλβανικούς, καθώς και η οικιστική ανοικοδόμηση στο Αιγαίο.
Ο 17ος αιώνας χαρακτηρίζεται από τη μεγάλη βενετοοθωμανική σύγκρουση, με επίκεντρο πλέον το νησί της Κρήτης. Στο πλαίσιο των Βενετοοθωμανικών πολέμων, πολλοί πειρατές, ανάμεσά τους και ντόπιοι νησιώτες, χρησιμοποιούνται εκατέρωθεν ως ένας διαφορετικός τρόπος ναυτικού πολέμου. Στον αιώνα αυτό τρεις κυριαρχίες λειτουργούν παράλληλα και ανταγωνιστικά στο Αιγαίο: των Οθωμανών, των Βενετών και των πειρατών. Αυτή η ρευστή κατάσταση διαμορφώνει ένα πλαίσιο αυτονομίας για τα νησιά του Αιγαίου. Αναπτύσσεται ένα διανησιωτικό πλέγμα επικοινωνίας και εμπορικής κίνησης, που συνυφαίνεται με την πειρατεία.
Με την οριστική λήξη των Βενετοοθωμανικών πολέμων το 1699 με τη συνθήκη του Κάρλοβιτς, αρχίζει και η οικονομική και οικιστική ανάπτυξη του Αιγαίου. Η πειρατεία εξακολουθεί να υφίσταται, φαίνεται όμως να έχει ενταχθεί σε μεγάλο βαθμό στην οικονομική και κοινωνική πρακτική και νοοτροπία των αιγαιοπελαγίτικων κοινοτήτων. Οι κοινότητες των νησιών και των παραθαλάσσιων περιοχών, αν δεν ασκούν οι ίδιες πειρατεία, συνεργάζονται με πειρατές, λειτουργούν ως πειρατικά καταφύγια ή ως διαμετακομιστικά κέντρα για τους πειρατές και τους κουρσάρους.
Το 18ο αιώνα αντικείμενο πειρατείας των χριστιανικών δυνάμεων, με πρωτοστάτη την Αγγλία, δεν είναι πλέον οι μουσουλμάνοι, αλλά τα γαλλικά εμπορικά πλοία, τα οποία κυριαρχούν στο εμπόριο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Για αυτό το σκοπό χρησιμοποιούνται και ντόπιοι νησιώτες ως κουρσάροι. Παράλληλα, και η ίδια η φύση της πειρατείας αλλάζει στις αρχές του 18ου αιώνα. Στόχος πλέον είναι κατά κύριο λόγο τα πλοία εν κινήσει και τα εμπορεύματά τους και όχι οι άνθρωποι με προορισμό την υποδούλωση. Βασικό ρόλο σε αυτό φαίνεται να έπαιξε η διάδοση του ιστιοφόρου, γεγονός που ανέκοψε τη ζήτηση για κωπηλάτες στις γαλέρες.
Από τις αρχές του 18ου αιώνα αναπτύσσεται στις νέες αυτές συνθήκες μια νέα εμπορική και ναυτική τάξη στις αιγαιοπελαγίτικες κοινότητες, η οποία αναλαμβάνει και τον πολιτικό έλεγχο των κοινοτήτων μέσα στο πλαίσιο της αυτοδιοίκησης. Η εμπορική αυτή τάξη λειτουργεί στα όρια μεταξύ του εμπορίου και της πειρατείας. Εκμεταλλεύεται τις ρωσοοθωμανικές και αγγλογαλλικές συγκρούσεις στα τέλη του 18ου αιώνα και με την εμπορική και πειρατική της ιδιότητα μονοπωλεί σχεδόν την εμπορική κίνηση του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου ως το τέλος των Ναπολεόντειων πολέμων το 1815.
4. Συνέπειες της πειρατικής δραστηριότητας στη διαμόρφωση της ζωής των κοινοτήτων του Αιγαίου
Η δράση των πειρατών και των κουρσάρων στο Αρχιπέλαγος δεν μπορεί να ιδωθεί μόνο ως αποτέλεσμα των ιδιαίτερων συνθηκών που επικρατούσαν σε όλη τη διάρκεια που εξετάζουμε, αλλά και ως μια σημαντική δυναμική που διαμόρφωσε την οικονομική, κοινωνική και πολιτισμική ταυτότητα των αιγαιοπελαγίτικων κοινοτήτων.
Μια συνηθισμένη οπτική για την πειρατεία είναι αυτή της λεηλασίας, του εξανδραποδισμού και της ερήμωσης των οικισμών του Αιγαίου, ακόμη και ολόκληρων νησιών. Αυτή η αντίληψη μπορεί ως ένα βαθμό να θεωρηθεί σωστή, είναι όμως σίγουρα ανεπαρκής και μπορεί να λειτουργήσει παραπλανητικά. Πράγματι κατά καιρούς, όπως στην περίπτωση του Βορειοαφρικανού πειρατή Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα, ολόκληρες πόλεις και νησιά λεηλατήθηκαν και ερημώθηκαν. Από την άλλη όμως θα ήταν υπερβολικό να θεωρήσουμε ότι αυτή η κατάσταση επικρατούσε σε ολόκληρο το Αιγαίο με την ίδια ένταση σε όλη την εξεταζόμενη χρονική περίοδο. Μια τέτοια καταστροφική τακτική θα ήταν αδύνατο να εφαρμόζεται συνεχώς λόγω των περιορισμένων πόρων και των μικρών σχετικά πληθυσμών των περισσότερων νησιωτικών περιοχών. Επίσης, είναι αμφισβητήσιμο το κατά πόσο νησιά με μεγάλη ενδοχώρα θα μπορούσαν να ερημωθούν ολοκληρωτικά, όπως υποστηρίζουν διάφορες πηγές.
Η πραγματικότητα είναι πολυδιάστατη. Οι κοινότητες του Αιγαίου, μετά τον επαναπροσανατολισμό τους κατά το 14ο αιώνα προς τη θάλασσα, δε φαίνεται, παρά τις πειρατικές επιδρομές, να απομακρύνονται από αυτή. Σε μακροϊστορικό επίπεδο, παρά τις όποιες ερημώσεις, τουλάχιστον οι σημαντικές οχυρές θέσεις στο Αιγαίο που έλεγχαν τα περάσματα παρέμεναν στραμμένες προς τη ναυτική δραστηριότητα. Αυτή φαίνεται να είναι και η γενικότερη τάση όσων οικισμών επανεποικίζονταν, σύμφωνα με την πολιτική της Πύλης.
Σε οικονομικό επίπεδο, πολλά νησιά και παραθαλάσσιες περιοχές φαίνεται ότι στήριξαν την επιβίωσή τους στην πειρατεία ή στην ειδική σχέση που είχαν με αυτή. Νησιά όπως η Μήλος, η Κίμωλος και η Μύκονος λειτουργούσαν ως αραξοβόλια πειρατών και ως εμπορικοί σταθμοί της λείας τους. Μακροπρόθεσμα η πειρατεία και το κούρσος εντάχθηκαν ως εξωοικονομικός παράγοντας στη ναυτιλιακή δραστηριότητα των νησιών. Λειτούργησαν ως ένας από τους πιο αποτελεσματικούς τρόπους συσσώρευσης κεφαλαίου, το οποίο επενδυόταν στις παράλληλες εμπορικές δραστηριότητες. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της εξέλιξης ήταν η Ύδρα, οι Σπέτσες και τα Ψαρά. Έτσι παρατηρούμε, ήδη από το 17ο αιώνα, τη διαμόρφωση ενός εκτεταμένου διανησιωτικού εμπορικού δικτύου, το οποίο από τις αρχές του 18ου αιώνα επεκτεινόταν και εκτός Αιγαίου. Το αποτέλεσμα ήταν η εμπορική αστική τάξη των Αιγαιοπελαγίτικων κοινοτήτων να ελέγχει τα ¾ της εμπορικής κίνησης στην Ανατολική Μεσόγειο μετά τις ρωσοοθωμανικές συνθήκες του β΄ μισού του 18ου αιώνα και ως το τέλος των Ναπολεόντειων πολέμων.
Αυτή η οικονομική ελίτ θα αναλάβει και την πολιτική διοίκηση των κοινοτήτων μέσα στο πλαίσιο της εκτεταμένης αυτοδιοίκησης και της χαλαρής κρατικής εποπτείας. Το πειρατικό δίκτυο, ιδιαίτερα από το 18οαιώνα, αναπτύσσεται παράλληλα με τα εμπορικά δίκτυα των ευρωπαϊκών στόλων και το διοικητικό δίκτυο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αυτή η πραγματικότητα όμως ενισχύει την οικονομική, πολιτική και πολιτισμική ενότητα του χώρου του Αιγαίου, η οποία λειτουργεί σε παραλληλία ή σε αντίθεση με τις κρατικές κυριαρχίες. Η ενότητα αυτή γίνεται αντιληπτή και από τις ίδιες τις κοινότητες και ιδιαίτερα από τις ιθύνουσες εμπορικές τάξεις.
Συνοψίζοντας λοιπόν, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι, παρά τις καταστροφές που υπέφεραν οι κοινότητες του Αιγαίου εξαιτίας της πειρατείας, μακροπρόθεσμα το φαινόμενο αυτό, συμβάλλοντας καθοριστικά στη διαμόρφωση μιας αυτόνομης και ισχυρής ταυτότητας, εξασφάλισε ένα πραγματικό επίπεδο ευημερίας. Επηρέασε όλες τις πτυχές της ιστορικής πορείας των αιγαιοπελαγίτικων κοινοτήτων, από την οικονομική ανάπτυξη και την πολιτική διοίκηση ως την αρχιτεκτονική και τα πολιτισμικά πρότυπα. Οι οικονομικές και κοινωνικές ελίτ που θα αναδυθούν μέσα από τις κοινότητες αυτές θα παίξουν πολύ σημαντικό ρόλο στην Επανάσταση του 1821, χάρη στη συσσώρευση πλούτου και στην απόκτηση πολεμικής εμπειρίας.
πηγή Πολιτιστική Πύλη του Αρχιπελάγους του Αιγαίου
Posted by Under The Black Flag
Πειρατεία
2:46 μ.μ.
Σύμφωνα με την Συνθήκη του ΟΗΕ του 1982, για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), ως πειρατεία ορίζεται κάθε παράνομη πράξη βίας ή περιορισμού ή λεηλασίας, που διαπράττεται για ιδιοτελείς σκοπούς από το πλήρωμα ή τους επιβάτες ενός πλοίου προς άλλο πλοίο ή ιδιοκτησία που βρίσκονται πάνω σε αυτό.
Η πειρατεία στην αρχαιότητα
Η πειρατεία υπάρχει από την εποχή που ο άνθρωπος άνοιξε πανιά για να κάνει εμπόριο με άλλες περιοχές. Αναφορές για πειρατεία υπάρχουν από τον 13ο αιώνα π.Χ. στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, όπου οι Λαοί της Θάλασσας παραμόνευαν τα εμπορικά πλοία στις θαλάσσιες διαδρομές της Μεσογείου και του Αιγαίου.
Στην Κλασσική Εποχή οι Ιλλύριοι και οι Τυρήνιοι ήταν διάσημοι πειρατές, ενώ υπάρχουν και πολλοί Έλληνες και Ρωμαίοι. Περιβόητοι πειρατές ήταν οι Θράκες, οι οποίοι με βάση τους τη Λήμνο λυμαίνονταν όλο το Αιγαίο. Πειρατές κατά περιόδους υπήρξαν και οι Φοίνικες, οι οποίοι εκτός από τα εμπορικά αγαθά, μετέφεραν σκλάβους, κυρίως μικρά παιδιά, τα οποία άρπαζαν από παράκτιες περιοχές και στη συνέχεια τα πουλούσαν.
Ωστόσο, ο 1ος αιώνας π.Χ. ήταν η κατεξοχήν περίοδος της πειρατείας, καθώς μέσα στην αναταραχή και τον πολιτικό κατακερματισμό της εποχής, δημιουργήθηκαν πολλά μικρά πειρατικά κράτη, κυρίως στις ακτές της νότιας Μικράς Ασίας. Μάλιστα, θύμα των πειρατών έπεσε και ο Ιούλιος Καίσαρας σε ταξίδι του στο Αιγαίο το 75 π.Χ.. Οι πειρατές τον κράτησε φυλακισμένο στο Φαρμακονήσι και τον απελευθέρωσαν αφού ζήτησαν λύτρα 50 τάλαντα χρυσού. Ο Ιούλιος Καίσαρας έφτασε στη Ρώμη συγκέντρωσε στρατό και στόλο και επέστρεψε στο Φαρμακονήσι, όπου κατέστρεψε τη βάση τους.
Το 68π.Χ. οι Ρωμαίοι καταλαμβάνουν την Ιλλυρία και παράλληλα καταστρέφουν τις βάσεις των Ιλλύριων πειρατών εκεί, απαλλάσσοντας την Αδριατική από την δράση τους.
Το 67 π.Χ. η ρωμαϊκή σύγκλητος οργάνωσε εκστρατεία υπό την ηγεσία του Πομπήιου, ο οποίος ύστερα από τρεις μήνες πολέμου κατατρόπωσε τους πειρατές στη Μεσόγειο.
Για λίγους αιώνες η Μεσόγειος ησύχασε από την δράση των πειρατών. Ωστόσο, τον 3ο αιώνα μ.Χ. Γότθοι πειρατές αρχίζουν επιθέσεις στις παράκτιες πόλεις και χωριά στη θάλασσα του Μαρμαρά και τη Μαύρη Θάλασσα και από το 264 μ.Χ.κατεβαίνουν στο Αιγαίο. Οι Γότθοι αιχμαλώτισαν χιλιάδες ανθρώπους και τους έσυραν στα σκλαβοπάζαρα.
Μεσαίωνας: Βίκιγκς και Σαρακηνοί
Τον 5ο - 6ο αι. μ.Χ. οι Σλάβοι που κατέβαιναν στην Βαλκανική αναβίωσαν το πειρατικό παρελθόν των Ιλλυρίων και ξεκίνησαν τη ληστρική τους δράση στην Αδριατική. Όσο περνούσαν τα χρόνια, οι Ιλλύριοι πειρατές επέκτειναν τη δράση τους, φτάνοντας στις αρχές του 9ου αι. έως τη Σικελία, απειλώντας ακόμη και την ίδια τη Βενετία. Ήταν τόσο έντονη η δράση τους, ώστε το εμπόριο και τα ταξίδια στην Αδριατική έγιναν επικίνδυνο και οι θαλάσσιες συγκοινωνίες παρέλυσαν. Τελικώς, η Βυζαντινή αυτοκρατορία έστειλε μεγάλο στόλο κατανικώντας τους πειρατές και φέροντας την ηρεμία στην περιοχή.
Εν τω μεταξύ, η πειρατεία εξαπλώθηκε πλέον σε συστηματική βάση σε όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο. Στη Βόρεια Ευρώπη οι Βικιγκ γίνονται από τον 8ο αι. μ.Χ. ο τρόμος και ο φόβος πόλων, χωριών και εμπόρων, καθώς καταστρέφουν και ληστεύουν ότι βρίσκονται στο διάβα τους και σέρνουν μαζί τους χιλιάδες αιχμαλώτους.
Στη Μεσόγειο οι Άραβες ξεκίνησαν την πειρατεία τρομοκρατώντας τις παράλιες περιοχές. Κατέλαβαν μάλιστα την Κρήτη και τη Σικελία, οι οποίες έγιναν και οι βάσεις τους. Οι Σαρακηνοί Άραβες ήταν ιδιαίτερα δραστήριοι ως πειρατές και παράτολμοι στις πράξεις τους. Μάλιστα, δεν φοβήθηκαν να πολιορκήσουν το 905 μ.Χ. τη Θεσσαλονίκη την οποία κατέλαβα και λεηλάτησαν, ενώ πούλησαν αρκετές χιλιάδες κατοίκους της πόλης ως σκλάβους.
Σημαντική πειρατική δράση είχαν επίσης οι Μανιάτες και αργότερα οι Τούρκοι και οι Αλγερινοί, ειδικότερα με τον Μπαρμπαρόσα, ο οποίος έγινε ο φόβος και ο τρόμος του Αιγαίου και της Μεσογείου γενικότερα τον 16ο αι. μ.Χ.
Η «Κλασσική» περίοδος της πειρατείας
Η μεγάλη ακμή της πειρατείας ωστόσο ήρθε με την ανακάλυψη της Αμερικής και την ισπανική κατάκτηση. Οι πειρατές έδρασαν κυρίως στην Καραϊβική, τις δυτικές ακτές της Αμερικής και στον Ατλαντικό Ωκεανό από το 1620 έως το 1730. Στόχος τα γεμάτα χρυσό και εμπορεύματα πλοία των Ισπανών, οι οποίοι κατείχαν το μεγαλύτερο μέρος της Καραϊβικής. Οι πειρατές ήταν κυρίως Άγγλοι, Ολλανδοί και Γάλλοι, που είχαν έρθει στη Νέα Γη για να αναζητήσουν την τύχη τους και να κάνουν μία νέα αρχή ή συμμετείχαν στους ναυτικούς πολέμους των αποικιοκρατικών χωρών. Με το τέλος των πολέμων, πολλοί από αυτούς τους ναύτες ακολούθησαν αυτό το μονοπάτι της παρανομίας το οποίο ήταν ιδιαίτερα επικερδές.
Οι κύριες βάσεις των πειρατών της Καραϊβικής ήταν το Νιου Πρόβιντενς στις Μπαχάμες και το Πορτ Ρόγιαλ. Οι μεγάλες ναυτικές δυνάμεις της εποχής χρησιμοποίησαν τους πειρατές, προκειμένου να προωθήσουν τα δικά τους εμπορικά συμφέροντα στην περιοχή, παρέχοντας κάλυψη και βοήθεια σε οπλισμό. Ο πιο γνωστοί πειρατές της περιόδου αυτής ήταν ο Έντουαρτ Τιτς ή αλλιώς «Μαυρογένης», ο Χένρι Μόργκαν και η Άνν Μπόνεϊ, οι οποίοι έγιναν λαϊκοί ήρωες.
Σύγχρονη εποχή
Η πειρατεία δεν εξέλειψε σε καμία περίοδο της ιστορίας του ανθρώπου. Μετά την χρυσή «κλασσική» περίοδο της πειρατείας στην Καραϊβική, η πειρατεία αμβλύνθηκε, συνεχίστηκε όμως. Πειρατεία θα συναντήσουμε και στο Αιγαίο στα τέλη του 18ου αιώνα και κυρίως την περίοδο της ελληνικής επανάστασης. Ο Ιωάννης Καποδίστριας ήταν αυτός που καταπολέμησε τους πειρατές του Αιγαίου, αμέσως μετά την αυτονόμηση της Ελλάδας. Στην πορεία οι Βρετανοί κατάφεραν να εξαλείψουν σχεδόν την πειρατεία στον Ινδικό Ωκεανό καταστρέφοντας τις βάσεις στα νησιά και τις ακτές της Αφρικής.
Εν τω μεταξύ, στα τέλη του 20ου αιώνα η πειρατεία έκανε δυναμικά την εμφάνισή της στην Ασία. Τα στενά του Μαλάκκα, μεταξύ της Μαλαισίας και της Ινδονησίας έγιναν το επίκεντρο της πειρατικής δράσης από τη δεκαετία του 1980 και ύστερα, με αποκορύφωμα το 2003. Η περιοχή ήταν γνωστή για τους πειρατές της από το 16ο αι. μ.Χ. έως τα μέσα του 19ου αι. μ.Χ.
Το δεύτερο σημαντικό επίκεντρο της σύγχρονης περιόδου είναι η Σομαλία, η οποία βρίσκεται στην επικαιρότητα τους τελευταίους μήνες, καθώς το φαινόμενο βρίσκεται σε έξαρση. Η Σομαλία αποτελεί ιδανικό κρυσφήγετο για τους πειρατές εξαιτίας του χάους που επικρατεί σ' αυτή την αφρικανική χώρα από τον εμφύλιο πόλεμο, που διαρκεί από το 1975. Οι
Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεί για το 2006 οι Σομαλοί πειρατές πραγματοποίησαν 239 επιθέσεις το 2006, με 77 απαχθέντες, 188 ομήρους, 17 τραυματίες και 15 φόνους. Το 2007 παρουσίασε άνοδο 10% με263 επιθέσεις, καθώς και άνοδο 35% στα περιστατικά χρήσης όπλων, καθώς και 64 τραυματίες. Δεν έχουν γίνει γνωστά στοιχεία όσον αφορά φόνους.
Η έξαρση των τελευταίων μηνών ωστόσο, οδήγησε στη δημιουργία μίας διεθνούς ναυτικής δύναμης, η οποία περιπολεί στα νερά της δυτικής Αφρικής και στα στενά του Άντεν, προκειμένου να περιορίσει τη δράση των πειρατών. Η ευρωπαϊκή επιχείρηση «Αταλάντη» - η οποία τελεί υπό ελληνική διοίκηση - έχει οδηγήσει στη σύλληψη δεκάδων πειρατών, παρόλα αυτά
Μένει να δούμε ποιο θα είναι το αποτέλεσμα της διεθνούς στρατιωτικής παρέμβασης. Πολλοί διεθνείς παρατηρητές επιμένουν ότι το πρόβλημα της πειρατείας στη Σομαλία, θα λυθεί μόνον εάν καταληφθούν οι βάσεις των πειρατών. Αυτό δεν φαίνεται όμως να είναι ακόμη στις προτεραιότητες της διεθνούς κοινότητας, της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ.
Posted by Under The Black Flag
Αιγαίο,
Μάνη,
Πειρατεία
1:28 μ.μ.
Ο Γιώργος Λεονάρδος στο βιβλίο του: «Μπαρμπαρόσα ο Πειρατής», αναφέρει:
«…μιας και μιλώ συνέχεια για πλεούμενα , θα πρέπει, νομίζω, να δώσω μια εικόνα για τα είδη των πλοίων που έπλεαν στις θάλασσες την εποχή εκείνη.
• Κατ’ αρχήν, η ονομασία «γαλέρα» προέρχεται από την ονομασία του ψαριού γαλέος ………………..πρόκειται για ένα κωπήλατο ( με κουπιά) πολεμικό πλοίο
με μια σειρά κωπηλατών από κάθε μπάντα. Οι μεγάλες όμως ποσότητες νερού που κατανάλωναν οι κωπηλάτες της την υποχρέωναν σε συχνούς σταθμούς, που ήταν ένα μεγάλο μειονέκτημα για πλοίο».
• Άλλος τύπος πλεούμενου ήταν η γαλιότα, σκάφος κατεξοχήν πειρατών λόγω του μικρού βυθίσματος και της ευελιξίας του. Κινούνταν και με κουπιά και με πανιά. Κάθε κουπί το χειρίζονταν μόνο τρεις κωπηλάτες.
• Άλλος τύπος είναι το γαλιόνι , που κινούνταν μόνο με πανιά. Είχε όμως το μειονέκτημα να μένει στάσιμο στη μπουνάτσα, με αποτέλεσμα να γίνεται εύκολος στόχος των αντιπάλων.
• Τέλος, υπήρχε και η γαλεάσσα ή γαλεώνα, που κινούνταν και με κουπιά και με πανιά και διέθετε πάνω και κάτω κουβέρτα (κατάστρωμα), που προφύλασσε τους κωπηλάτες της. Ήταν ένα τεράστιο δυσκίνητο πλοίο, με τρία ή τέσσερα κατέρτια, που μπορούσε να φέρει δέκα πυροβόλα στην πλώρη και οχτώ στην πρύμη.
Στο βιβλίο «Ιστορία της Πειρατείας», της Αλεξάνδρας Κραντονέλλη, βρίσκουμε πολλά και ενδιαφέροντα στοιχεία για την πειρατεία, αλλά και για τους τύπους των πλεούμενων της πειρατείας.
«Τα πλοία που ταξιδεύουν στη Μεσόγειο αυτή την εποχή είναι δύο διαφορετικών τύπων. Τα ιστιοφόρα και τα κωπήλατα.
Τα ιστιοφόρα είναι ψηλά πλοία για να αντέχουν στις θάλασσες και φαρδιά για να αποθηκεύουν τα εμπορεύματα. Είναι γρήγορα πλοία, αλλά εξαρτώνται απόλυτα από τις καιρικές συνθήκες (τους ανέμους). Δεν μπορούν να κάνουν εύκολα μανούβρες και να μπαίνουν και να βγαίνουν σε κλειστά (μικρά λιμάνια). Μεγάλα ιστιοφόρα είναι οι κορβέτες και οι φρεγάτες, μικρότερα ιστιοφόρα είναι οι Πολάκες, οι Ταρτάνες και τα μπριγκαντίνια.
Φρεγάτα μεγάλο ιστιοφόρο, αρχικά ήταν εξοπλισμένη με 24-18 Κανόνια, αργότερα έφτασαν να έχουν έως και 40 κανόνια. Είχαν τετράγωνα πανιά αλλά και φλόκους. Συνήθως οι Άγγλοι με φρεγάτες κούρσευαν Γαλλικά πλοία. Το πλήρωμά τους κυμαινόταν από 200 έως 500 άνδρες.
Οι κορβέτες έμοιαζαν με τις φρεγάτες αλλά ήταν μικρότερα και ελαφρότερα πλοία.
Η Ταρτάνα είχε ένα πανί λατίνι(τρίγωνο)ή τετράγωνο και ένα φλόκο.Τη χρησιμοποιούσαν για τη μεταφορά εμπορευμάτων αλλά και για το ψάρεμα.
Η πολάκα ήταν εμπορικό ιστιοφόρο. Είχε τετράγωνα πανιά.
Μπριγκαντίνι.
Τα κωπήλατα είναι τα λεγόμενα μακρά πλοία. Μακριά και χαμηλά, στενά και περισσότερο ευέλικτα. Στηρίζονται στην προωθητική δύναμη των κουπιών και βοηθητικά μόνο στα ιστία. Συνήθως κινούνταν σε παράκτιες περιοχές κι ήταν πλοία καταδίωξης, είχαν μεγαλύτερη ευελιξία. Η γαλέρα ήταν το βασικό δείγμα μακρού πλοίου. Μακρά πλοία ήταν επίσης οι γαλιότες, φελούκες, σεμπέκ, αλλά κυρίως οι φούστες. Όλοι αυτοί οι τύποι πλοίων κινούνταν με κουπιά αλλά είχαν και λίγα πανιά».
Η κωπήλατη γαλιότα ήταν ειδικά κατασκευασμένη για καταδρομές, είχε 1 κατάρτι για το βοηθητικό πανί και 16-2- πάγκους από κάθε πλευρά για να κάθονται οι κωπηλάτες. Δεν είχε κανόνια παρά μόνον2-3 πετριέρες (μηχανές που πετούσαν πέτρες και όπλα οι κωπηλάτες (μουσκέτα).
Ελληνική σακολέβα πρωτοκατασκευάστηκε στη Λήμνο, όταν οι Τούρκοι απαγόρευσαν στους Έλληνες τα φτιάχνουν μεγάλα σκάφη όπως τα μπρίκια.
Φελούκα ήταν ένα ελαφρό πλεούμενο που ταξίδευε με πανιά και με κουπιά.
Το σεμπέκ ήταν ιστιοφόρο με πανιά και κουπιά.
Βέβαια με την πάροδο του χρόνου και την πείρα που αποκτούσαν οι ναυτικοί, έφτιαχναν καινούργιους μικτούς τύπους πλοίων, που εξυπηρετούσαν καλύτερα τις ανάγκες τους.
Ανάλογος με το είδος αλλά και το μέγεθος του πλοίου ήταν και ο αριθμός των ναυτικών που επέβαιναν σε κάθε σκάφος. Επίσης κι εξοπλισμός του σε κανόνια ήταν ανάλογος με το μέγεθος και το είδος του.
Αναφερόμενος στη ζωή των πειρατών και στις συνθήκες που ζούσαν όταν τους έπιαναν άλλοι πειρατές ο Γ. Λεονάρδος γράφει, τα όσα ομολογεί ένας σύντροφος του Μπαρμαρόσα στις πειρατικές εξορμήσεις:
………οι Ιππότες έπεσαν πάνω μας με το μεγάλο καράβι και λογχοφόροι πήδηξαν στο πλεούμενό μας. Παραδοθήκαμε. Μας έδεσαν με αλυσίδες και μας ανέβασαν στο καράβι τους. Από εκεί μας έριξαν στον πάτο του ιστιοφόρου. …………….…….. στην ανάκριση οι Ιππότες δεν πίστεψαν τίποτα. Δεν τους ενδιέφερε αν ήμασταν Έλληνες ή Τούρκοι. Γι αυτούς, όπως έλεγαν, το ίδιο άπιστοι ήμασταν.
…………………………………………………………………………………………………
…….. την Τρίτη μέρα έπεσαν πάνω μας τρεις στρατιώτες και χτυπώντας μας με το μαστίγιο, μας πήραν και μας έβαλαν στη θέση τριών κωπηλατών, που λίγο πριν είχαν πεθάνει τραβώντας κουπί. Μας αλυσόδεσαν στους πάγκους και με άλλες δυο καμτσικές μας έδειξαν ότι δεν χωρατεύουν και ότι πρέπει να κωπηλατούμε με όλη τη δύναμή μας. Εδώ θα πρέπει να περιγράψω τη διαβίωσή μας στο κάτεργο
Γιατί δεν ήταν διαβίωση αυτή ήταν φυλακή. Ήταν μια πλωτή κόλαση, στην οποία παρακαλούσες να πεθάνεις μια ώρα αρχύτερα, με την ελπίδα ότι στην άλλη κόλαση , αυτή του κάτω κόσμου, οι συνθήκες θα ήταν ανθρωπινότερες. Η ελπίδα ποτέ δεν εγκαταλείπει τον άνθρωπο.
Όπως μάθαμε αργότερα, το ιστιοφόρο που μας αιχμαλώτισε ήταν η ναυαρχίδα των Ιωαννιτών ιπποτών, που είχαν εγκατασταθεί στη Ρόδο κι έκανε περιπολίες, δηλαδή πειρατικές επιδρομές, εναντίον των απίστων Τούρκων και Ελλήνων αδιακρίτως.
Από αυτό σπάνια έβγαινες ζωντανός, αν είχες, βέβαια, εσύ ή οι συγγενείς σου να πληρώσεις τα λύτρα της απελευθέρωσής σου. Σε διαφορετική περίπτωση , άφηνες εκεί την τελευταία σου πνοή, όπως οι τρεις προηγούμενοι κωπηλάτες που αντικαταστήσαμε και άλλοι πολλοί που ακολούθησαν στη διάρκεια της αιχμαλωσίας μας.
Ήμασταν δεμένοι με αλυσίδες από το ένα πόδι στο σανίδι κάτω από τον πάγκο. Το άλλο πόδι ήταν ελεύθερο να ακουμπάει στον μπροστινό πάγκο, για να βάζουμε δύναμη και να τραβάμε κουπί. Στον κάθε πάγκο, μπορούσαν να καθίσουν τρεις, τέσσερις ή και πέντε κωπηλάτες. Ο πάγκος καλυπτόταν από δέρμα προβάτων και ανάμεσα βάζαμε πανιά και μαλλιά, για να μην τρώγεται ο κώλος μας. Εκεί καθόμασταν εκεί κοιμόμασταν, εκεί κάναμε το ψιλό, εκεί κάναμε και το χοντρό μας.
Λόγω της αποφοράς (βρώμας), οι αξιωματικοί πάνω στο κατάστρωμα είχαν μαντηλάκια βρεγμένα με άρωμα, που τα έβαζαν μέσα στη μύτη τους.
…………………………………………………………………………
Όταν ανοιγόμασταν στο πέλαγος , μας περνούσαν χειροπέδες, για να μην μπορούμε να κινηθούμε και ενδεχομένως να επαναστατήσουμε, σε περίπτωση που κοντραριζόμασταν με εχθρικό πλοίο.
Μας φοβόνταν τότε οι αξιωματικοί της γαλέρας. Μπορούσαν να έρθουν τα πάνω κάτω. Να ριχτούν αυτοί αλυσοδεμένοι στα κουπιά και να βγούμε εμείς καπεταναίοι στην επιφάνεια. Γι αυτό και έπεφταν ανελέητοι πάνω μας και μας μαστίγωναν με μανία.
Κάτεργο: Πλοίο του μεσαίωνα, με τρεις σειρές κουπιά, που χειρίζονταν βαρυποινίτες κακοποιοί αλλά και πρώην σοβαροί πολίτες που είχαν καταδικαστεί για χρέη, καθώς επίσης και σκλάβοι που αιχμαλωτίζονταν κατά τη διάρκεια πειρατικών επιδρομών.
Γράμμα Αξώτη (Ναξιώτη) σκλάβου των κουρσάρων.
« Σάμπως και ο Μεγαλοδύναμος Θεός θέλησε να με παιδέψει για τα πολλά και αμέτρητα κρίματα, όπου έχω, έκανα αυτό το κακοπόδαρο ταξίδι, για να σκλαβωθά και να τυραγνιστώ και να χαλάσω το σπίτι μου, να καταφρονέσω τα αγαπημένα μου και γλυκύτατά μου παιδάκια και να σου δώσω κι εσένα αγάπη μου , παντοτινή πίκρα και αναστεναγμούς.
…………………………………………………………………………………………..
….. κάμε την καρδιά σου ατσάλινη και μετρήσου, γίνου άντρας και γυναίκα, να μην αμπαντονάρης ( να μην εγκαταλειφθείς) με την πίκρα, γιατί καλόν ήτονε να μην ήθελα λάχει μα σάμπως και έλαχε, δόξα σοι ο Θεός, που με παιδεύγει, για τα κρίματά μου, για τίποτ’ άλλο δεν τονε παρακαλώ, μόνο να κάμει ελεημοσύνη σε λόγου μου και όχι δικαιοσύνη και να λυπηθεί εσένα και τα παιδάκια μου.
Γράφω σου τα βάσανά και το παίδεμα που ηπέρασα, ώστε νάρθουμε εδώ στην Τρίπολη και δε σου τάγραφα, για να μην πικραθείς, μα πάκλι να ξέρεις να ευχαριστήσεις το Θεό πως εγλύτωσα από τα χέρια του τυράννου που μ’ έπιασε κι έπεσα σε καλά χέρια εδώ.
Μισεύγοντας ( φεύγοντας ) την Τετράδι βράδυ τις δυο του Ιουλίου άνα μίλι μακριά παό την Ικαρία βρεθήκασι δυο γαλιότες μαυρισμένες και πιάνουσί μας και το πρώτο πράμα που εκάμασι , μ’ έβαλαν μπρούμητα και με κρατούσασι πέντε νομάτοι κι μ’ ένα ξύλο με δέρνανε γδυμένο μόνο με το βρακί . Μου έκαναν τα κρέατά μου μαύρα σαν το τσουκάλι , μου λένε που βρίσκεται η αρμάδα.
Ύστερα με φωνάζει και μου λέει μπρε έχεις να αγοραστείς; Λέγω, αφέντη, φτωχός άνθρωπος είμαι και πήγαινα με το καίκι ναύρω δέκα άσπρα(χρήματα) να ζήσω τα παιδιά μου.
Μου γύρευε πολλά. Πήγαμε στην Αμοργό ήρθαν να αγοράσουν ένα καίκι εμένα και τους συντρόφους. Συμφώνησαν στα 200 ρεάλια, αλλά αυτός πήρε τα ρεάλια ,πήρε εμάς κάμποσους λαϊκούς και καλογέρους και πήγε Στην Σαντορίνη και πήρε κι από κει.
Κάναμε 35 μέρες μεσ’ τη γαλιότα καθημερινά ξυλιές, κλωτσιές, πεινασμένοι και δε μας ηδόνανε παρά ένα καμμάτι παξιμάδι το πρωί, μουχλιασμένο , που δεν τότρωγε ο χοίροςκαι μια τάσα νερό βρωμισμένο και άλλο τόσο το βράδυ. Νύχτα μέρα κουβαριασμένοι από κάτω στη φρεγάδα που δεν μπορούσαμε να ξαπλώσουμε το ποδάρι μας μια πιθαμή και από κάτω μας λάμες τα σίδερα και κουπιά. Κι όχι άλλο τίποτας οι ψείρες , που με φάγασι ζωντανό.
………………………………………………………………………………………..
Ερχόμενοι εδώ στην Τρίπολη, ήρθε ο Μπαϊράμης, τζη Πιαλίδαινας ο γυιός, τση Σουλτάνας υ αδερφός και εγόρασέ με και με παίρνει στον οντά του και μου δίνει ρούχα και αλλάζω. Μου δίνει να φάγω και να πιώ, και ανάπαψη και συντροφιές νύχτα και μέρα και δε μου λείπει άλλο, μόνο ο στερεμός σου. Ο Θεός τις ημέρες μου να του τις δώνει χρόνους και αν δεν είμαι ‘ γω άξιος να του τα’ ανταμείψω, ο Θεός να του το ανταμείψει.
Παρακαλώ σε κάμε λειτουργία στη Μητρόπολη στην Καπέλλα, στου Καπουτσίνους(καλόγερους Καθολικούς) και πες στους παπάδες να παρακαλούν για τη λευτεριά μουκαι σε όλες τις εκκλησίες μπορεί η χάρη τους να με βοηθήσει τον αμαρτωλό.
Ώχου και αλλοίμονο, αγάπη μου, και νάθελε να σε ξαναδώ να μην έχω τον στερεμό σου και να καίγομαι, ώχου παιδάκια μου, μωρουδάκια μου, ώχου γλυκήτατά μου, ω φως των ματιών μου.
…………………………………………………………………………………….
Οι αναστεναγμοί καίνε τα χείλη μου και δεν έχω δροσισμό, τα μάτια μου δεν σταματάνε να τρέχουν λίγο νερό πίνω και πιο πολύ φαρμάκι κι όσες μπουκιές τρώω τόσους αναστεναγμούς βγάζω.
……………………………………………………………………………………….
Παρακαλώσε για το Θεό, μη πικραίνεσαι, μόνο σκέψου και βοήθησέμε. Πούλησε το αμπέλι, τα χωράφια κι ότι άλλο έχομε και δώσε τα άσπρα (χρήματα) στη (Σουλτάνα) να γράψει εκείνη πως τα πήρε για να λευτερωθώ.
Μη μ’ αφήσεις αγάπη μου να χαθώ, λυπήσουμε και πάλι σου ξαναλέγω μη πικραίνεσαι.
……………………………………………………………………………….
Τα μάτια μου μου τρέχουν σαν τον ποταμό και δεν μπορώνα τα σκολάσω, η καρδιά μου άφτει και βράζει σα χαράκωμα, μα δόξα σοι ο Θεός».
ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ
Κοντά στη Νίσυρο (στα Δωδεκάνησα), βρίσκεται το Νησί της Παναγιάς. Είναι ένας ξερόβραχος ακατοίκητος, χωρίς ούτε ένα φύλλο πράσινο, που οι κατακόρυφες πλαγιές του γκρεμίζονται στη θάλασσα. Στην κορυφή του νησιού υπήρχε ένα μικρό εκκλησάκι και μια μικρή σκήτη (κελί), με δύο καλογέρους. Οι Νισυριώτες ψαράδες άφηναν στις σχισμάδες των βράχων λίγα τρόφιμα , λίγο κρασί και κάποιο ζεστό ρούχο. Σ’ αυτό το βράχο πήγε και ο Τζαννής (παλιός πειρατής) για να προσευχηθεί και να μετανιώσει για τα κρίματά του.
Οι καλόγεροι έφτιαξαν μια βαρκούλα και την κατέβαζαν με βαρούλκο (ειδικό μηχανισμό), από τα απόκρημνα βράχια.
Οι δυο πήγαιναν στη Νίσυρο για να ψωνίσουν ότι χρειάζονταν κι ο ένας έμενε πίσω, για να βοηθήσει και να ανεβάσει τη βάρκα με το βαρούλκο.
Έτσι έγινε και τούτη τη φορά. Οι δυο καλόγεροι έφυγαν κι έμεινε ο Τζαννής να περιμένει. Όταν γύρισαν ο καλόγερος άρχισε να ανεβάζει τη βάρκα που του φάνηκε βαριά και ήταν σκεπασμένη με ένα καραβόπανο.
« Τι φέρατε εκεί ευλογημένοι; τους φώναξε».
«Ανέβασέ μας και θα δεις!» του αποκρίθηκε μπουκωμένη μια φωνή.
Ο καλόγερος τους ανέβασε και τότε μέσα από τη βάρκα πετάχτηκαν έξη πειρατές.
Ο Τζαννής έτρεξε και πήρε το σπαθί του.
«Καλόγερε δώσε μας το θησαυρό είπαν οι Κουρσάροι, τους συντρόφους σου τους σφάξαμε γιατί δεν θέλησαν να μαρτυρήσουν που έχετε κρυμμένο το θησαυρό αν δεν θες να πας να τους ανταμώσεις μίλα!»
Δεν υπάρχει θησαυρός τους είπε ο καλόγερος , αλλά αυτοί και πάλι δεν τον πίστεψαν. Τότε έγινε άγρια μάχη όπου σκοτώθηκαν οι έξη πειρατές αλλά και ο καλόγερος. Από τότε το νησί ονομάστηκε το «Νησί του Καλογέρου».
«Κάποτε στο Αιγαίο». Γιάννη Σπανδώνη εκδ. Ωκεανίδα.
ΝΑΞΟΣ
«Οι Κασώτες τερατές».
Ο παπά-Σκεποφύακας επαντρεψένε τη θυγατέραν του μ’ ένα βοσκό. Την άλλη μέρα ο βοσκός εδιάηκενε για το κοπάδι ντου και ήκαμενε έξε μήνες να πάει στο χωριό, γιατί εφοβούντανε να μην του πάρουνε τα ζα Κασώτες τερατές. Επήενε ο παπά-Σκεποφύακας στ΄ακρωτήρι και τούπενε.
- Βρε είντα χάλια είναι εφτά που κάνεις, και απότι επαντρεύτης δεν περνάς πια από το χωριό να’ δης τη’ υναίκα σου, σκιάξε τα ζα μεσ’ στσι φίδες (Θάμνους) να μη φαίνουνταινε και έλα να πάμε στο χωριό.
- Δεν έρχομαι, πεθερέ, γιατί θα μου πάρουνε οι τερατές τα ζα. Ύστερα από πολλή ώρα τον εκατάφερένε ο παππάς να πάνε στο χωριό.
Στο δρόμο που πααίνανε, όντε ν’ επατούσανε σε μια κορφή που τη λένε «Λεπρό» εύρισενε και κοίταξενε ο βοσκός απίσω ντου και είδενε ένα καίκι, που ήραζενε στον Πάνορμο και λέει του παπά:
- Θωρείς το πεθερέ, το καίκι που πάει ν’ αράξει;
-Θωρώ το.
-Έ, εκείνο δα, έχει μέσα τερατές και θα μου πάρουνε τα ζα.
-Μωρέ άντε μα δε στα παίρνουνε.
-Πήγε ο βοσκός στο χωριό, μα την άλλη μέρα που πήενε για το κοπάδι ντου, τούχανε πάρει εκατό ζα».
Αφηγητής Γ. Κ. Χουζούρης
«To σπουδαιότερο εισόδημα των Μανιατών _γράφει κάποιος περιηγητής- είναι η πειρατεία, το δε μεγαλύτερον εμπόριον είναι των αιχμαλώτων. Το Οίτυλον (περιοχή της Μάνης), λεγόταν Μέγα Αλγέριον, παντού αιχμαλωτίζουν, πωλούντες τους μεν χριστιανούς εις τους Τούρκους, τους δε Τούρκους εις τους χριστιανούς…»
( Κ. Σάθα, Τουρκοκρατούμενη Ελλάς (1453-1821).
« Μόλις τα βοσκοκόπελα, από τις βίγλες, βιγλατούρια και μεροβίγλια που είχε το νησί – γράφει ο κ. Μπαρδάνης- εβλέπανε τους πειρατές να πλησιάζουνε τη Νάξο,
ετρέχανε και εξεκουδουνούσανε τα ζα, για να μην προδίδουν τα κουδούνια την ύπαρξη των ζώων μέσα στις ρεματιές κι έτσι εγλυτώνανε από τους πειρατές.
Ύστερα εζωνόντανε τα όσα κουδούνια μπορούσανε και τα εσείανε, τρέχοντας, στις βουνοκορφές για να ειδοποιούσανε έτσι τις οικογένειές τους να πάνε στους κρυψώνες τους, στις γύρω σπηλιές των βουνών».
Με το σείσιμο των κουδουνιών παραπλανούσαν ασφαλώς τους πειρατές και για την πραγματική θέση των κοπαδιών
(Μ. Μπαρδάνη: Η Απεραθίτικη γλώσσα, εφημ. «Ναξιακό Μέλλον», Αυγ. 1974).
ΠΑΡΟΣ
« Άντρο , Αίγινα και Πάρο περιβόλι των κουρσάρω». Αιγινήτικη παροιμία.
H Πάρος και η Αντίπαρος εξ αιτίας της θέσης τους στις Κυκλάδες και των κατάλληλων λιμανιών τους, ιδιαίτερα της Νάουσας, υπήρξαν σχεδόν μόνιμα, σ’ όλη την περίοδο της Φραγκοκρατίας-Τουρκοκρατίας, καταφύγια κι ορμητήρια των διαφόρων κουρσάρων και πειρατών Φράγκων, Ελλήνων, Τούρκων και άλλων.
«Μανιάτες, Κρητικοί , Κεφαλονίτες, Μαλτέζοι ,Κορσικανοί, Μαγιορκίνοι, λογής Ευρωπαίοι, άνθρωποι του σχοινιού και του παλουκιού», πολλοί απ΄ αυτούς παντρεμένοι στο νησί, έχοντας τα λιμάνια και τους όρμους σαν βάση, στήνοντας παγίδες και κάνοντας διάφορες εξορμήσεις, λεηλατούσαν κι άρπαζαν τα διάφορα περαστικά καράβια ή λήστευαν τα γειτονικά νησιά, «όπου σκλάβωναν άντρες, γυναίκες, αρπάζανε ζώα, διαγουμίζανε σπίτια και σχεδίν ανεμπόδιστοι διαπράττανε κάθε ασχήμια».
Μέχρι δικές τους αποθήκες διέθεταν οι κουρσάροι πάνω στο νησί, για τη φύλαξη, αποθήκευση και διάθεση της πλούσιας λαφυραγωγίας τους. Εδώ φέρνανε και πουλούσανε τα διάφορα λάφυρα από τις ληστείες τους.
«Αλλά η διαγωγή τους δεν ήταν καλή …..κι επάνω στους τόπους που τους φιλοξενούσαν στην Πάρο και στην Αντίπαρο».
Κι εκεί παρόλο που διατηρούσαν αποθήκες γεμάτες με ότι είχαν κλέψει , άρπαζαν ότι θέλανε κι εξευτελίζανε τους αγαθούς νησιώτες. Συμπεριφέρονταν τόσο βίαια, που οι κάτοικοι της Νάουσας της Πάρου, απελπισμένοι με όσα τράβαγαν απ΄αυτούς, αποφασίσανε στα 1676 να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και ζήτησαν από τις τουρκικές αρχές να τους δοθεί κάποιος άλλος τόπος για να εγκατασταθούν.
Οι Παριανοί, μη μπορώντας να τα βάλουν ανοιχτά με τους πειρατές- κι επειδή οι τούρκοι δεν τους έδωσαν άλλο χώρο για να κατοικήσουν- άλλοτε προσπαθούσαν να τους εξευμενίσουν (τους πειρατές) κι άλλοτε να τους καταδώσουν στους Τούρκους. Αν τους κατέδιδαν στους Τούρκους οι πειρατές τους εκδικούνταν , αν πάλι έκρυβαν από φόβο τους κουρσάρους τους τιμωρούσαν οι Τούρκοι, ότι και να έκαναν πάντα εύρισκαν τον μπελά τους.
Το 1537 ο Βαρβαρόσσα επιτέθηκε με τόση αγριότητα στην Πάρο και λεηλάτησε, σκότωσε όχι μόνον αυτούς που αντιστάθηκαν αλλά και τους γέροντες. Τους νέους δε τους πήρε για κωπηλάτες στα πλοία του, τα πιο μικρά αγόρια τα έστειλε στη σχολή της Κωνσταντινούπολης για να γίνουν Γενίτσαροι.
Η παράδοση έχει ως εξής:
Το φρούριο του Κεφάλου (ΑΓ. Αντωνίου) πολιορκείται από τους Τούρκους του Χαϊριδίν Βαρβαρόσσα στα 1537. Εκεί έχουν οχυρωθεί οι γενναίοι του Ενετού δυνάστη Σαγρέδο Βερνάδο και αμύνονται ανδρεία. Στην απόκρουση των επιθέσεων βοηθούν και οι ντόπιοι. Και τότε κάποιος Τούρκος ντύνεται γυναίκα και παρουσιάζεται κάτω από τα τείχη, παρακαλώντας και εκλιπαρώντας:
- Ανοίξτε, είμαι χριστιανή και έγκυος. Θα με πιάσουν οι άπιστοι.
- Φυσικά η είσοδός της επιτράπηκε και τότε μαζί με τη γυναίκα (Τούρκο), μπήκαν και οι βάρβαροι και πήρανε το κάστρο. Τότε ήτανε που σφάξανε χιλιάδες παριανούς κατοίκους εξανδραπόδησαν τόσους.
Αφηγ. Ιωάννης Φραντζής-Ντετόρος, Πάρος.
«……Πάρο, μηλιά μυριστική, μήλο του Παραδείσου.
Πάρο και τι σου οργίσθηκε αυτός ο Παρπαρούσης…».
• Ο Γιώργος Λεονάρδος στο Βιβλίο του: Μπαρμπαρόσα ο Πειρατής , αναφέρει ότι ο πειρατής γεννήθηκε στη Μυτιλήνη και αργότερα αφού εξισλαμίστηκε έγινε αρχηγός του Τουρκικού στόλου.
• Το Μάϊο του 1668 Καταστράφηκε η Παρκιά από τον Καπλάν Πασά και πολιορκήθηκε η Καταπολιανή.
• Αργότερα ο Μουσταφά Καπλάν στράφηκε εναντίον των νησιών
Κτυπά πρώτα την Πολύκανδρο (Φολέγανδρο), κατόπι τη Σίκινο, το Δεσποτικό, τη Σίφνο και φτάνει στην Παρκιά.
Σύμφωνα με την παράδοση :
- Μια μέρα Σαρακινοί πειρατές κα΄νανε επιδρομή στην Πάρο και λεηλάτησαν και την Καταπολιανή. Κλέψανε την εκκλησία αλλά θέλανε να κλέψουν και το Κιβώριο της Αγίας Τράπεζας. Το κατεβάσανε και προσπαθούσαν να το βγάλουν από τον ναό και να το μεταφέρουν στο καράβι τους . Αλλά όσο πλησιάζανε στην πόρτα της εκκλησίας τόσο αυτό μεγάλωνε και γινόταν ασήκωτο: Τόσο που στο τέλος δεν μπορούσαν να το σηκώσουν. Οι πειρατές θημωμένοι το σπάσανε και φύγανε. Σήμερα το κιβώριο υπάρχει στην εκκλησία με τα σημάδια από το σπάσιμο και το ξανακόλλημά του.
ΣΙΦΝΟΣ
Η Σίφνος γνώρισε κι αυτή πολλές πειρατικές επιδρομές. Η σπουδαιότερη είναι αυτή που συνδέεται με την Παναγία τη Χρυσοπηγή κι έγινε θρύλος. Αναφέρεται στην σωτηρία τριών γυναικών που πήγαν να προσκυνήσουν και βρέθηκαν μπροστά στους κουρσάρους που κοιμόντουσαν εκείνη την ώρα μέσα στην εκκλησία.
Η σωτηρία τους αποδόθηκε σε θαύμα της Παναγίας.
Να τι λέει η παράδοση:
«Το γιοφύρι.
Χριστιανές αγνές ψυχές αφοσιωμένες στην πίστη η γριά Τριπολιτσιά μ΄ άλλες δυο γειτόνισσες πήγαιναν κάθε Σάβατο βράδυ στη Χρυσοπηγή, άναβαν τα καντήλια της Μεγαλόχαρης και την ελιβάνιζαν και με την αυγή ήταν στη λειτουργία του χωριού τους.
Τότε κουρσάροι ερήμαζαν τα νησιά, νωρείς είχαν δει από τις βίγλες (παρατηρητήρια) τα κλέφτικα τσερνίκια (πειρατικά πλοία) να περνούν κοντά στο νησί. Όλη τη νύχτα οι νησιώτες περίμεναν από στιγμή σε στιγμή τους κουρσάρους να φανούν.
Οι προσκυνήτριες όμως ήταν οπλισμένες με την πίστη τους, άμα ψήλωσε η πούλια πήραν κεριά, λάδι και λιβάνι κι εξεκίνησαν για το Σαββατιάτικο τάξιμό τους.
Μόλις είδαν ψηλά από το βουνό την εκκλησία που είναι στο ακρογιάλι σκοτεινή αγριεύτηκαν, γιατί τότε δεν έμενε κανένα ξωκλήσι σβηστό.
¨Όταν μπήκαν στην αυλή της εκκλησίας τότε η μία είδε ένα καϊκι στον κάβο, αλλά πίστεψαν, πως ήταν ψαράδικο. Όταν όμως έφτασαν στην πόρτα της εκκλησίας,άκουσαν βαρύ ρουχαλητό.
- Κουρσάροι είπαν! Στάθηκαν λίγο διστακτικές, μα η πίστη τους νίκησε.
Πάμε να ανάψομε την Παναγία , είπε η γριά Τριπολιτσά , η Χάρη της δεν θα μας αφήσει να χαθούμε.
Πέρασαν δίπλα από τους κοιμησμένους κουρσάρους, έφτασαν στο τέμπλο, άναψαν τα καντήλια, ελιβάνισαν, επροσκύνησαν , προσευχήθηκαν και ξεκίνησαν να φύγουν
Είχαν φτάσει πια στο κατώφλι , όταν ένας κουρσάρος ξύπνησε αγριεμένος από τη μυρωδιά του λιβανιού, ξαφνιάστηκαν κι οι υπόλοιποι και πήραν τα γιαταγάνια τους και βγήκαν από την εκκλησιά, πλησίασαν τις γυναίκες με υψωμένα τα γιαταγάνια , όμως ξαφνικά η γη σκίστηκε μετά από έναν μεγάλο σεισμό ,η θάλασσα μπήκε ανάμεσά τους και οι πειρατές μείναν από τη μια πλευρά κι οι γυναίκες από την άλλη. Οι γυναίκες σταυροκοπήθηκαν και έφυγαν να πάνε να παρακολουθήσουν τη λειτουργία στην εκκλησία του χωριού τους»
ΑΜΟΡΓΟΣ
Οι πειρατικές επιδρομές κατά της Αμοργού ξεκίνησαν από τα βάθη της Αρχαιότητας και συνεχίστηκαν και σε μεταγενέστερες εποχές όπως στην εποχή του Βυζαντίου και της Ενετοκρατίας-Τουρκοκρατίας.
Το 1797 Μανιάτες πειρατές λεηλάτησαν κι εγύμνωσαν τον τόπο.
Άδειασαν τα σπίτια (οι ιδιοκτήτες τα είχαν εγκαταλείψει και είχαν φύγει στα βουνά), έσπασαν τα σεντούκια, τα γράμματά τους όλα χάθηκαν και δεν τους άφησαν ούτε ένα ρούχο.
Τους Μανιάτες καταδίωξαν κάποια παλικάρια από την Αμοργό.
« να βγάλουν τότες όνομα’ ς Ανατολή και Δύσι,
‘ςτην Αμοργόν άλλην φοράν κλέπτης να μη πατήση».
Φαίνεται ότι οι Αμοργιανοί λόγω της λεηλασίας από τους πειρατές ζήτησαν από τους Τούρκους να μην πληρώσουν φόρους για τρία χρόνια, αλλά οι Τούρκοι δεν συμφώνησαν και τους είπαν ότι θα τους τιμωρήσουν αν δεν καταβάλουν τον επιβεβλημένο φόρο.
Πειρατές στα Παραδείσια
Πειρατές άραξαν στα Παραδείσια και σκορπίστηκαν για να ληστέψουν . Πήγαν στην Κάτω Μεριά στην Κολοφάνα, αλλά οι κάτοικοι που είχαν ειδοποιηθεί κρύφτηκαν. Οι άντρες έστησαν καρτέρι στους πειρατές και παρόλο που αυτοί είχαν ανάψει φωτιές για να έρθουν να τους πάρουν με τις βάρκες , οι Αμοργιανοί τους επιτέθηκαν και σκότωσαν τους περισσότερους , μόνο λίγοι κατόρθωσαν να γλιτώσουν πέφτοντας στην θάλασσα.
Δυο πειρατές όμως κρύφτηκαν σε μια σπηλιά και το πρωί κατεβαίνοντας στον Όρμο του Κάτω Κάμπου βρήκαν δύο γυναίκες και τις πήραν αιχμάλωτες μαζί τους. Στον Κάβο του Τρούλλα είδαν το πλοίο τους να κόβει βόλτεςανοιχτά ,τους έκαναν σινιάλο με φωτιές και ήρθε μια βάρκα και τους πήρε μαζί και με τις δυα γυναίκες. Η μια είχε μαζί της το μωρό της. Οι γυναίκες φτάνοντας στον Κάβο Βούλγαρη της Κέρου έκλαιγαν απαρηγόρητες που έφευγαν μακριά από το νησί και τους δικούς τους.Οι πειρατές για να διασκεδάσουν έβαλαν τις γυναίκες να τραγουδήσουν με το ζόρι .
Η πρώτη τραγούδησε:
« Όμορφο πουν’ το κάτεργο (πλοίο) κι όμορφα π’ αρμενίζει
κι όμορφοι πούν’ οι ναύτες του κι αυτός που τους ορίζει».
Η δεύτερη μωρομάνα τραγουδά:
«Κούνια μου κούνα το παιδί, κούνια νανούρισέ το κι αν σου γυρέψει και βυζί , σκύψε και βύζαξέ το’.
Ο καπετάνιος του πειρατικού λυπήθηκε τον πόνο της δεύτερης γυναίκας και τις άφησε ελεύθερες στον Κάβο του Τρούλλη.
Ο Άγιος κάνει το θαύμα του.
Στον κάμπο τις Καλοταρίτισσας άντρες και γυναίκες θέριζαν αμέριμνοι. Ανάμεσά τους και μια μωρομάνα που θήλαζε πιο πέρα το μωρό της και τούπαιζε στην ανεμόκουνια. Ξαφνικά πλάκωσαν πειρατές. άντρες και γυναίκες έτρεξαν για να σωθούν, η μάνα όμως πιάστηκε. Οι πειρατές την πήραν μαζί τους κι άφησαν στην κούνια το μωρό παρά τις παρακλήσεις της. Το πλοίο ανοίχτηκε στο πέλαγος.
Περνώντας μπροστά από το ξωκλήσι που τόσες φορές είχε ανάψει το καντήλι, η γυναίκα προσευχήθηκε θερμά για τη σωτηρία της . Τότε έγινε το θαύμα. Το πλοίο έμεινε ακίνητο, δεν πήγαινε ούτε μπρος ,ούτε πίσω. Οι πειρατές τότε φοβήθηκαν κατάλαβαν, γύρισαν πίσω στον όρμο της Καλοταρίτισσας κι άφησαν τη γυναίκα λεύτερη.
Δημοτικό τραγούδι της Αμοργού « Ο Σκλάβος».
« Σαράντα κάτεργα’ μεστα κι εξηνταδυό φρεάδες.
Κ’ είχομεν σκλάβους εκατό στην άλυσι βαρμένους,
Στην άλυσι, στα σίδερα και στην βαρειά καδένα
Κι ο σκλάβος ενεστέναξε κι εστάθη η φρεάδα.
-Ποιος είναι π’ αναστέναξε και στάθη η φρεάδα ;
αν είν’ από τους σκλάβους μου να τον ελευτερώσω
κι αν είν’ από τη λεβεντιά λουφέ να της εδώσω.
-Εγώ’ μαι π’ ανεστέναξα και στήθη η φρεάδα.
- Σκλάβε πεινάς, σκλάβε διψάς, σκλάβε γδυμνόν σ’ αφήκαν;
-Μηδέ πεινώ, μήτε διψώ, μηδέ γδυμνιό μ’ αφήκες,
της νιότης μου θυμήθηκα, της δόλιας μου γυναίκας,
που’ μουν τριών μερών γαμπρός, δώδεκα χρόνους σκλάβος,
εχτές πουλούν τα ρούχα μου, σήμερον τα’ άρματά μου,
αύριον την γυναίκα μου την ευλογούνε μ’ άλλον.
-Σκλάβε ξανατραγούδησε και να σε ελευτερώσω.
……………………………………………………
Κι ο σκλάβος ετραγούδησε κι ο πειρατής του έδωσε τη λευτεριά του.
ΣΧΟΙΝΟΥΣΑ
Το ου 1816 ένα κουρσάρικο με Μανιάτες πειρατές σε επιδρομή στη Σχοινούσα, αιχμαλωτίζει Ναξιώτικη βάρκα με το πλήρωμά της και την οικογένεια του Γιωργάκη Μπαρδάκα, ενώ ετοιμαζόταν να αναχωρήσει για τη Νάξο. Ξεγυμνώνουν τον Μπαρδάκα με τη συντροφιά του και τους αφήνουν γυμνούς να γυρίσουν στη χώρα.
Να τι λέει η Παράδοση:
Η σπηλιά του Μανιάτη.
Κάποτε , λέει, ένας πειρατής από τη Μάνη, βγήκε στη Σχοινούσα για να ληστέψει, για πειρατεία. Διάλεξε να ληστέψει την εκκλησία «Παναγία η Ακαθή».
Την ώρα της ληστείας, έβλεπε την εικόνα και νόμιζε πως τον παρακολουθεί συνέχεια ( έχεις προσέξει μερικές εικόνες πούναι έτσι ζωγραφισμένες, που τα μάτια τους θαρρείς πως σε κοιτάζουνε, όπου κι αν πας;). Νευρίασε κι αυτός κι έβγαλε την κουμπούρα του και πυροβόλησε την εικόνα και την τρύπησε.
Μετά πήρε τη λεία του κατέβηκε για να φύγει και στο δρόμο του γλίστρησε κι έπεσε κάτω , πλάι σε μια σπηλιά και σκοτώθηκε.
Από τότε πια πήρε τ’ όνομα « η σπηλιά του Μανιάτη». Η σπηλιά είναι κοντά στην ακρογιαλιά, δίπλα στο πηγάδι, πάνω ακριβώς από το λιμανάκι.
Αφηγ. Γεώργιος Ι. Τζαννετής, Εκπαιδευτικός.
Καλόξυλος Νάξου»
ΑΝΑΦΗ
Η Ανάφη είναι περήφανη για τον τρομερό πειρατή που έβγαλε τον Ιωάννη Δελοκάβο
Ήτανε άντρας θηρίο. Έζησε επί Φραγκοκρατίας κι όργωσε όλο το Αιγαίο με τα καράβια του. Το 1269 ελευθέρωσε την πατρίδα του, Ανάφη από τους Φράγκους και την παρέδωσε λεύτερη στους πατριώτες του. Έτσι το νησί έμεινε ελεύθερο μέχρι το 1307 που το κατέλαβε ο Γιαννούλης Γοζαδίνος.
Άλλοι λένε πως καταγόταν από την Ανάφη κι άλλοι πως ήταν Ιταλός και μάλιστα Γενοβέζος.
ΦΟΛΕΓΑΝΔΡΟΣ
Στο Β. Α. μέρος του Παλαιοκάστρου της Φολέγαντρος και σε τριάντα μέτρα από τη θάλασσα βρίσκεται η Χρυσοσπηλιά. Φαίνεται ότι στην παλιά εποχή χρησίμευε σαν Ιερός χώρος γιατί βρέθηκαν αγαλματίδια, κομμάτια από αγγεία κλπ
Στην εποχή της Τουρκοκρατίας η σπηλιά χρησίμευε σαν καταφύγιο των κατοίκων από τους πειρατές.
Η επιδρομή στη Χρυσοσπηλιά:
Στα 1770 η χώρα του νησιού ήταν χτισμένη στο Παλαιόκαστρο , πάνω από την Παναγιά , στο Νότιο μέρος του νησιού. Στο βορεινό μέρος του Παλαιοκάστρου βρίσκεται η Χρυσοσπηλιά
Εκεί έτρεχαν οι κάτοικοι για να γλιτώσουν από τους πειρατές (μιας και έχει και μπόλικο νερό). Σε μια τέτοια επιδρομή οι κάτοικοι κρύφτηκαν οι πειρατές όμως οργισμένοι άρχισαν να τους ψάχνουν.
Εκεί σε ένα μονοπάτι πρόλαβαν μια γριά πούτρεχε προς το σπήλαιο. Η γριά βαστούσε μαζί και τη σβία της (ρόκα), για να ασχολείται όσο θα κρατά η πολιορκία. Την πιάσανε όμως οι πειρατές στα « Ελληνικά σκαλιά» και της λένε:
- Πες μας που είναι οι άλλοι και θα σου χαρίσουμε τη ζωή.
-Η γριά αναγκάστηκε να τους δείξει τη σπηλιά.
Όταν οι πειρατές πέτυχαν το σκοπό τους, τη βασάνισαν και τη σπρώξανε στο γκρεμό, όπου κομματιάστηκε. Εκεί έπεσε κοντά σε μια μικρή σπηλιά που ονομάστηκε «της γριάς το σπηλίδι».
Μπροστά στο στόμιο της Χρυσοσπηλιάς υπήρχε φαίνεται παλαιότερα τοίχος με πολεμίστρες για να αμύνονται οι πολιορκημένοι. Οι πειρατές κατέβηκαν στη σπηλιά και ανατίναξαν το τοίχος με βαρέλια μπαρούτι και θειάφι, με αποτέλεσμα άλλοι να σκοτωθούν κι άλλοι να πεθάνουν από ασφυξία.
Στην επιδρομή αυτή σκοτωθήκανε όλοι οι κάτοικοι του νησιού».
Αφηγ. Κωνσταντίνος Δεκαβάλλας
Φολέγανδρος
Από επίσημα όμως ιστορικά στοιχεία φαίνεται ότι στα 1715 εξοντώθηκε το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων, όχι όμως όλοι όπως λέει η παράδοση, έτσι η ζωή συνεχίστηκε πάνω στο νησί.
Μια άλλη παράδοση λέει ότι :
Την 1η Μαΐου του1790, παρουσιάστηκαν έξω από το νησί δεκαοχτώ πειρατικά αλγερινά πλοία –φούστες- που κατευθύνονταν στην ακτή της Πλάκας.
Τότε φοβισμένοι οι κάτοικοι κατέφυγαν στην εκκλησιά της Παναγιάς πάνω στο βουνό.
Με δεήσεις και δάκρυα στα μάτια μετέφεραν την εικόνα της Παναγίας στην άκρη του ψηλού βράχου που απ΄κάτω απλωνόταν η θάλασσα και παρακαλούσαν τη Μεγαλόχαρη να τους προστατέψει.
Αμέσως ένας δυνατός βοριάς φύσηξε και όλα τα πειρατικά πλοία βούλιαξαν. Κανένας από το πλήρωμα των πλοίων δεν σώθηκε, εκτός από έναν αιχμάλωτο χριστιανό, που κολυμπώντας έφτασε στην παραλία της Πλάκας.
Αυτός είπε στους Φολεγανδρίτες ότι μια αστραπή που’ ρχότανε απ’ το βουνό –από την εικόνα- αναποδογύρισε τα πλοία.
Από τότε η Πρωτομαγιά θεωρείται πολύ μεγάλη γιορτή για τους κατοίκους του νησιού.
Αφηγ. Πέτρος Γαβαλάς, Φολέγανδρος
ΚΙΜΩΛΟΣ ή Αργκεντιέρα.
Η Κίμωλος από τον 17ο έως τον 19ο αιώνα υπέφερε πολύ από τους Κουρσάρους και τους πειρατές. Στην Παναγιά την Πανωβάρδια οι Κιμωλιάτες φυλάγανε βάρδια γιατί φοβόντουσαν τους κλέφτες (είχανε δηλ παρατηρητήριο). Μόλις βλέπανε πλεούμενο ειδοποιούσαν τους κατοίκους κι εκείνοι κλείνονταν στο Κάστρο ( που το είχαν φτιάξει οι Βενετοί),μαζί με τα ζώα τους.
Παρόλα αυτά στα 1638 οι κουρσάροι αποβιβάζονται στην Κίμωλο και καίνε το μοναδικό χωριό, με τους διακόσιους κατοίκους του, με αποτέλεσμα να ρίξουν τους Κιμωλιάτες σε πολύ μεγάλη φτώχια.
¨οσοι μπόρεσαν να καταφύγουν στη Σίφνο επέστρεψαν και πξανάκτισαν το κάστρο τους όμως και πάλι τους περίμενε η ίδια τύχη, ώσπου στο τέλος έγινε ορμητήριο χριστιανών πειρατών. Τόσο οι Τούρκοι όσο και οι Βενετοί επέβαλαν φορολογίες στο νησί αλλά και στρατολογούσαν ανθρώπους για να κάνουν κουπί.
Συχνά ο Βενέτικος στόλος άραζε στα λιμάνια της Πάρου, της Κιμώλου, της Μήλοτ, της Νάξου για να ξεκουραστεί, να διασκεδάσει και να καταληστέψει τους κατοίκους. Και σαν να μην έφτανε αυτό, « οι Βενετοί έκοψαν όλα τα ληόδεντρα στο νησί, κατά τους πολέμους που είχαν εναντίον των Τούρκων».
« Η Βενετιά τον έστειλε τους Τούρκους να γυρεύει, τους ορθοδόξους χριστιανούς , γιάντα να τους παιδεύει;».
Χαρακτηριστικό της αθλιότητας που επικρατούσε εκείνη την εποχή στο νησί, γράφει ο Χ. Μουστάκας και πόσο υπέφεραν οι φτωχοί κάτοικοί του είναι το πιο κάτω περιστατικό.
«Ένας από τους πειρατές της Μάλτας, βγήκε από το πλοίο του με δέκα περίπου πάνοπλους συντρόφους του. Οι πειρατές άρχισαν να ληστεύουν τους κατοίκους του νησιού. Την ίδια ώρα ο αρχιπειρατής έτρωγε στο σπίτι του Γάλλου προξένου. Κάποια στιγμή έφτασε τρέχοντας ένας πειρατής για να αναφέρει στον καπετάνιο του, ότι ένα πλοίο πάνοπλο εχθρικό, είχε μπει στο λιμάνι».
Ο αρχιπειρατής ζήτησε αμέσως να φέρουν αυτόν που είχε τοποθετηθεί στη σκοπιά για να παρακολουθεί το πέλαγος και δεν ειδοποίησε ότι κάποιο πλοίο πλησιάζει.
Ο Κιμωλιάτης έφτασε τρέμοντας αλλά στάθηκε τυχερός γιατί το πλοίο δεν ήταν Τούρκικο αλλά Γαλλικό κι έπειτα κι από παράκληση του προξένου ο νησιώτης δεν τιμωρήθηκε.
Παλαιότερα για τον ίδιο λόγο κάποιος άλλος παρατηρητής τιμωρήθηκε πολύ σκληρά από άλλον πειρατή. Αφού τον χτύπησε πολύ άσχημα , διέταξε να του γκρεμίσουν το σπίτι του και δεν του επέτρεψε να το ξανακτίσει.
ΜΗΛΟΣ
Η Μήλος εξαιτίας της επίκαιρης θέσης της -πέρασμα για τη Σμύρνη και για την Πόλη- αλλά και σαν καλό αραξοβόλι (καλό λιμάνι), έγινε φωλιά πειρατών ξένων αλλά και ντόπιων. Όλο το διάστημα από το 17ο ως και το 19ο αι.
Το 1678 γράφει ο Γραμματέας της Ολλανδικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη:
« Στη Μήλο συγκεντρώνονται πολλοί κουρσάροι , εδώ φέρνουν τα λάφυρα τους και γίνονται αγοραπωλησίες. Η Καθολική Εκκλησία έχει ένα μοναστήρι Καπουτσίνων (είδος Μοναχών) που είναι υπό την προστασία του Γάλλου Προξένου. Η Μήλος πληρώνει κάθε χρόνο στο Σουλτάνο πέντε χιλιάδες τάλληρα».
Οι φοβεροί πειρατές Μανέττας, Αρμακόλας, Κατραμάς, Λόλιος, Φραγκόπουλος όλο το χειμώνα τον περνούσαν στο νησί, τρώγοντας, πίνοντας και διασκεδάζοντας. Ο φοβερός αρχιπειρατής Καψής είχε στήσει το βασίλειό του στη Μήλο. «ο βασιλεύς της Μήλου», όπως τον αποκαλούσαν.
« Ήτον εις Μήλον υπανδρεμένος
ήτον και καπετάνιος ξακουσμένος
είχε και μίαν γυναίκα από το κάστρο
κι έλαμπε το πρόσωπό της ως τα’ άστρο».
Στα 1624 αναφέρεται ότι Τυνήσιοι πειρατές κουρσεύουν ένα ολλανδικό πλοίοπου ταξίδευε μέσω Μήλου και Σμύρνης για την Πόλη.
Ο Πατήρ Σωζέ ένας Γάλλος Ισουίτης (Καθολικός παπάς ), από τη Νάξο γράφει: «Ο Ιωάννης Καψής παρόλο που δεν καταγόταν από μεγάλη και πλούσια οικογένεια κατόρθωσε να ανακηρυχθεί κύριος του νησιού.
Οι Κάτοικοι της Μήλου άνθρωποι αντρειωμένοι, θαύμαζαν τα κατορθώματα του Καψή κι επειδή δεν μπορούσαν να ανεχθούν τον Τουρκικό ζυγό τον αναγνώρισαν άρχοντά τους.
Στον Μητροπολιτικό Ναό των Ελλήνων ο Λατίνος Επίσκοπος του κρέμασε στο λαιμό χρυσή αλυσίδα και ο λαός φώναξε:
-Ζήτω ο Καψής.
Κατοίκησε σε ένα μεγάλο σπίτι που το φρουρούσαν 25 ένοπλοι στρατιώτες, όταν δε έβγαινε από το σπίτι τον συνόδευαν 50 ένοπλοι.
Προσπάθησε να φέρεται σωστά και δίκαια ώστε να τον σέβονται οι κάτοικοι του νησιού και απένεμε δικαιοσύνη δίκαια και χωρίς να μεροληπτεί.
Η βασιλεία του διήρκεσε τρία χρόνια και θα διαρκούσε περισσότερο αν ο Καψής δεν εμπιστευόταν τους Τούρκους.
Η Πύλη, βλέποντας τα μέτρα που έπαιρνε ο Καψής και την αγάπη που του είχαν οι Μηλιοί θέλησαν να τον καταστρέψουν , όχι όμως με φανερή επίθεση.
Έστειλαν τρεις γαλέρες με την πρόφαση να εισπράξουν τους φόρους.
Μόλις οι Γαλέρες αγκυροβόλησαν ο Διοικητής τον επισκέφθηκε και τον διαβεβαίωσε για την εκτίμηση που του είχε ο Σουλτάνος και ότι θα συνέχιζε να τον εκτιμά όσο ο Κψής θα αναγνώριζε ως αφέντη το Σουλτάνο. Κατόπιν κάλεσε τον Καψή στη Γαλέρα. Ο Καψής για να μην φανεί εχθρικός απέναντι στους Τούρκους επισκέφθηκε το πλοίο συνοδευόμενος μόνο από 12 στρατιώτες.
Μόλις επιβιβάστηκε στο πλοίο τον περικύκλωσαν του αφαίρεσαν τη χρυσή αλυσίδα από το λαιμό και τον έδεσαν με αλυσίδες . Αμέσως δε σήκωσαν τα πανιά και ξεκίνησαν για την Κωνσταντινούπολη, όπου και μετά από λίγες μέρες τον κρέμασαν.
Οι Καπουτσίνοι (Καθολικοί καλόγεροι) έχτισαν οικία που έμοιαζε με Ακρόπολη (Κάστρο), αν και δεν ήταν παρά μόνο η εκκλησία με έξη-επτά κελιά.
¨όταν έμαθε για το κτίσμα ο Καπετάν Πασάς, έστειλε 30 γαλέρες, οι οποίες μόλις έφτασαν διέταξαν τους μοναχούς να βγουν έξω από το κτίριο και μετά από τρεις ώρες το έκαψαν».
Αυτό έγινε στα 1682, επειδή ο Καθολικός επίσκοπος είχε στέψει μέσα σ’ αυτήν την εκκλησία , βασιλιά της μήλου τον Καψή.
Η πειρατεία στη Μήλο, όπως και στα άλλα νησιά συνεχίστηκε ασταμάτητα μέχρι τα χρόνια του Καποδίστρια . Ο ναύαρχος Μιαούλης έδωσε το τελειωτικό χτύπημα στην πειρατεία , στις νότιες δε Κυκλάδες την καταστολή της Πειρατείας ανάλαβε ο Μ. Σούτσος.
ΣΥΡΟΣ
« Άι μου Γιώργη φύλακα, απάντα το νησί μας
έβγα με την κοντάρα σου, γιούργαρε τσι εχθροί μας
γύρω τριγύρω στο νησί πλανάρου οι γαλιώτες
κι αιφνίδια μας προβαίνουσι και μας πατούν οι κλέφτες…». Λαϊκό Συριανό.
Από την αρχαιότητα ακόμα η Σύρος όπως και τα άλλα Κυκλαδονήσια υπέφερε τα πάνδεινα από τους πειρατές.
Αλλά εκτός από τα αρχαία χρόνια από τον 7ο -11ο αιώνα η Σύρα υπέφερε από τους πειρατές και περισσότερο από τους Σαρακηνούς.
Τα τοπωνύμια Καστρί και Πύργος φανερώνουν οχυρές τοποθεσίες που πήγαιναν οι κάτοικοι για να προφυλαχθούν από τους πειρατές. Και το Βιγλοστάσι (Στην Ποσειδωνία), σήμαινε κάποια βίγλα απ ‘ όπου άναβαν φωτιά και ειδοποιούσαν για τους πειρατές που πλάκωσαν.
Στις αρχές του 13ου αιώνα η Σύρα καταλήφθηκε όπως κι άλλες Κυκλάδες από το Σανούδο και τον 16ο αι. από τον Βαρβαρόσσα.Σ’ όλο το 18 αι και στις αρχές του 19ουαι.ο πληθυσμός υπέφερε πολύ κι εκεί που άλλοτε ευημερούσε,
τώρα είχε αποδεκατιστεί. Οι κάτοικοι εγκαταστάθηκαν στην κορυφή του λόφου για ασφάλεια.
Τούρκοι, Σαρακινοί, Έλληνες, Δυτικοί όλων των ειδών οι κουρσάρει πέρασαν από το νησί.
Στα 1617 ο Αλή τσελεπής Καπουδάν Πασάς έκανε φοβερή επιδρομή στη Σύρο.
Μόλις τις βραδινές φάνηκε στο πέλαγος ολόκληρη η αρμάδα του Τουρκικού στόλου της Άσπρης θάλασσας, τρόμος κατέλαβε τους Συριανούς που πανικόβλητοι έφευγαν όλοι προς τα όρη, πολίτες και ιερείς.
« Τον Τούρκο στόλαρχο κατέβηκε να υποδεχθεί ο καθολικός Επίσκοπος Κάργας. Ο Πασάς ζήτησε από τον Επίσκοπο να του παραδώσει αμέσως τους Καθολικούς Ιερείς αλλά εκείνος του ανακοίνωσε πως δεν μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο.
Τότε ο πασάς εξοργίστηκε και συνέλαβε τον Επίσκοπο μαζί με τον παππά που τον συνόδευε, Μιχαήλ Βουτσίνο. Και διέταξε αμέσως να λεηλατήσουν την πόλη.
Η καταδίωξη ήταν φοβερή και γινόταν σε βουνά, σπηλιές, ναούς ( όπου έπαιρναν τα ιερά σκεύη και άμφια )και σπίτια, απ’ όπου έκλεβαν ότι πολύτιμο εύρισκαν. Οι δυστυχισμένοι κάτοικοι δεν ήξεραν που να κρυφτούν.
Έκαψαν τα αρχεία της Επισκοπής και της κοινότητας, έκαψαν τους ανεμόμυλους και πολλά σπίτια. Επίσης συνέλαβαν πολλούς κατοίκους που τους οδήγησαν στις τουρκικές γαλέρες.
Ο Πασάς την άλλη μέρα απαγχόνισε τον Επίσκοπο και τον ιερέα καθώς και πολλούς από τους άρχοντες ( Προεστούς)και έφυγε παίρνοντας μαζί του 300 αιχμαλώτους. Άφησε όμως πίσω του ένα πλοίο, με έναν Τούρκο Αγά και την εντολή να δεχτεί την καταβολή λύτρων, ώστε να εξαγορασθούν από τις οικογένειές τους, όσοι αιχμάλωτοι μπορούσαν γι αυτούς να πληρώσουν οι δικοί τους.
Όταν έφυγε ο πασάς πολλοί από τους κατοίκους έφυγαν τρομοκρατημένοι για τη γειτονική Τήνο».
Τα βάσανα των νησιωτών από τον Μοροζίνη περιγράφει ο Μπουνιαλής.
« Μόνο σας λέγω κλαύσατε για τη χριστιανοσύνη
για τούτα όλα τα νησιά στο κρίμα όπου γίνει.
Αν στέκουν με τα’ Αγαρηνούς ή με τους Φράγκους λάχουν
Εις όποια χέρια τύχουσι, τούτα οι Ρωμαίοι τά’ χουν.
Τα κάτεργα σηκώνονται και πιάνουσι στη Σύρα
Και τα χαράτσια όρισαν από δεκεί κι επήραν».
Οι Συριανοί όπως και οι υπόλοιποι νησιώτες, όταν βοηθούσαν από φόβο τους Φράγκους, έβρισκαν το μπελά τους από τους Τούρκους το ίδιο συνέβαινε όταν βοηθούσαν τους Τούρκους.
Πάντως σίγουρα προτιμούσαν να πληρώνουν τους φόρους στους τούρκους παρά να λεηλατούνται και να πουλιούνται δούλοι.
Εξαιτίας των επιδρομών οι Συριανοί φρόντισαν να επιδιορθώσουν τα τείχη του Κάστρου τους. Στα τείχη της πόλης υπήρχαν επτά ή Οκτώ πύλες- Καστρόπορτες που το βραδάκι έκλειναν. Η πόρτα που βρισκόταν προς το λιμάνι έκλεινε στις 9 το βράδυ πριν κλείσει χτυπούσε η καμπάνα για να θυμίσει στους κατοίκους ότι πρέπει να βιαστούν να επιστρέψουν . Αυτή η συνήθεια παρέμεινε (το κτύπημα της καμπάνας ) κι έτσι ακόμη κι όταν κτίστηκε η Ερμούπολη στις 9 το βράδυ οι καμπάνες των εκκλησιών εξακολουθούσαν να κτυπούν.
Παραδόσεις:
Οι Πειρατές συλλαμβάνουν τρεις γυναίκες.
Κάποτε τρεις γυναίκες βγήκαν στην Επάνω Μεριά στο λόφο Μύτακα στις θέσεις «Πλάτος» και «Κουλούρα» για να μαζέψουν χόρτα. Ξαφνικά μια ομάδα πειρατών που είχε αράξει στη Βαρβαρούσα ανέβηκε στο βουνό χωρίς να γίνει αντιληπτή από τις γυναίκες.
Η ομάδα συνέλαβε τις γυναίκες και τις πήρεγια να πουληθούν ως σκλάβες στην αγορά των δούλων στο Αλγέρι.
Η μια από τις γυναίκες έχοντας ακούσει τα δεινά που περνούσαν οι σκλάβοι, καταράστηκε το μέρος που τις συνέλαβαν.
«ανάθεμά σε Μύτακα και Πλάτος και Κουλούρα
θάρρευα είναι Μεσσαριά κι ανέβαινα σιγούρα».
Η μία παό τις τρεις γυναίκες εξαγοράσθηκε από την οικογένειά της (πλήρωσε η οικογένεια) και απελευθερώθηκε.
Η Κιουρά του Πάγου.
« Μια μέρα κοντά στην εκκλησία «Κιουρά του Πάγου» ή «Μεγαλόχαρη του Πάγου», ξεκουραζόντουσαν άντρες και γυναίκες από την κούραση του θερισμού.
Κάποια στιγμή αντιλαμβάνονται να πλησιάζουν είκοσι περίπου κουρσάροι από την πλευρά του Γαλησσά. έντρομοι όλοι έτρεξαν να κρυφτούν στη μικρή εκκλησία.
Οι πειρατές κάθισαν να ξεκουραστούν στην αυλή της εκκλησίας μιας και ήταν σίγουροι ότι οι χωρικοί δεν μπορούσαν από πουθενά να διαφύγουν.
Τότε έγινε το θαύμα: Άνοιξε ο τοίχος (γύρω στο ένα μέτρο)πίσω από το ιερό και τότε όλοι οι χωρικοί βγήκαν, χωρίς να γίνουν αντιληπτοί από τους πειρατές.
Όταν οι πειρατές έσπασαν την πόρτα και μπήκαν μέσα δεν βρήκαν κανένα ενώ το ρήγμα στον τοίχο είχε από μόνο του και πάλι κλειστεί.
Βιβλιογραφία:
«Πειρατεία στο Αιγαίο». Νίκου Κεφαλληνιάδη. Εκδ. Φιλλιπότης Iστορικά στοιχεία και παραδόσεις.
Ιστορικά Μυθιστορήματα.
«Μπαρμπαρόσα ο Πειρατής» Γιώργος Λεονάρδος . Εκδ. « Νέα Σύνορα»
«Κάποτε στο Αιγαίο». Γιάννη Σπανδώνη. Εκδ. Ωκεανίδα.
« Μηνάς ο Ρέμπελος» Κωστή Μπαστιά». Εκδοτική Αθηνών.
«Κοντραμπατζήδες του Αιγαίου». Γιάννη Μαγκλή. Εκδ. Δωρικός